Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

Μέγιστοι φωστήρες και διάττοντες αστέρες: Πρότυπο για άθληση στην προσφορά οι πρώτοι, για ατομική διάκριση οι δεύτεροι

Λαυρεντίου Γ. Δελλασούδα, Ομότιμου Καθηγητού του ΕΚΠΑ
Κάθε επετειακή και εορταστική εκδήλωση έχει, αποκλειστικά ή συνδυαστικά, διαφόρους στόχους (ανάμνηση γεγονότος, απόδοση τιμής, παραδειγματισμό κ.λπ.), και παράλληλα αποτελεί αφορμή για προβολή των στοιχείων αυτών στην εκάστοτε σύγχρονη πραγματικότητα με επαγωγικές σκέψεις, προβληματισμούς, ερμηνευτικές προσεγγίσεις και συγκρίσεις. Επ’ ευκαιρία λοιπόν τής σημερινής εκδήλωσης για τον μεθαυριανό εορτασμό τής ημέρας των 3 Ιεραρχών, ως προστατών των γραμμάτων και τής Παιδείας, θα ήθελα να σας καταστήσω κοινωνούς ορισμένων σκέψεών μου, οι οποίες θα μας οδηγήσουν να εξετάσουμε ποικίλες παραμέτρους των αντιλήψεων που ισχύουν: για τη συμπεριφορά των ανθρώπων, για βασικά χαρακτηριστικά δύο προτύπων δράσης –το ένα εκ των οποίων είναι αυτό των 3 Ιεραρχών– και για ορισμένα κριτήρια επιλογής των προτύπων αυτών. 
        Κυρίες και κύριοι, σύμφωνα με τους ισχύοντες σήμερα γενικότερους σκοπούς τής αγωγής ο τρόπος ζωής τού κάθε ανθρώπου θα πρέπει, εξελικτικά, να διαμορφώνεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε  να αποτελεί το αποτέλεσμα των ενεργειών μιας ελεύθερης, υπεύθυνης και δημοκρατικής προσωπικότητας, η οποία θα μετέχει ενεργά στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Αυτός ο τρόπος ζωής, δηλαδή οι προσωπικές ή ατομικές επιλογές συμπεριφοράς, τελεί σε συνάρτηση με τους εκάστοτε περιβαλλοντικούς όρους και προϋποθέσεις, στο πλαίσιο των οποίων ο άνθρωπος αναπτύσσει μία διαδραστική σχέση αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον.
        Όμως ενώ ο λόγος για το περιβάλλον όλο και αυξάνει,  δεν γίνεται όλο και σαφέστερη η έκταση  τού εννοιολογικού του πεδίου, με αποτέλεσμα να μην συνεκτιμώνται όλες οι συνιστώσες του, τις οποίες θα μπορούσαμε να απεικονίσουμε με τρεις κύκλους που συμπίπτουν μεταξύ τους μερικώς.
Στον πρώτο κύκλο εντάσσεται το ανθρώπινο,  το φυσικό και το τεχνητό περιβάλλον, στον δεύτερο, το εσωτερικό ή ατομικό, συντιθέμενο από γενετικές καταβολές και βιολογικές και πνευματικές ανάγκες και κίνητρα, καθώς και το εξωτερικό (ανθρώπινο, φυσικό και τεχνητό), το οποίο προσδιορίζεται ως το εγγύς και το ευρύτερο άμεσο ή έμμεσο περιβάλλον, και, τέλος, στον τρίτο κύκλο, το διαχρονικό (ανθρώπινο, φυσικό και τεχνητό), ως χθεσινό, σημερινό, αυριανό περιβάλλον.
Ως χθεσινό, χαρακτηρίζουμε την κληρονομούμενη πανανθρώπινη εμπειρία με τη μορφή τού γλωσσικού κώδικα (προφορικός και γραπτός λόγος) ή άλλης μορφής κληροδότημα, καθώς και την ερμηνευτική  και   αξιολογική θεώρηση και χρησιμοποίηση τού εκάστοτε φυσικού και τεχνητού περιβάλλοντος. Ως σημερινό, αυτό  που προκύπτει ως συγχρονική επίδραση και αλληλεπίδραση τού συνόλου των στοιχείων που το συνθέτουν, και ως αυριανό, τη διαθήκη ή το κληροδότημα με το οποίο το σημερινό περιβάλλον θα προικίσει το αυριανό.
Έτσι λοιπόν η διαδραστική σχέση αλληλεπίδρασης του ανθρώπου με αυτό το περιβάλλον διαμορφώνεται σε συνάρτηση με το υποκείμενο, το αντικείμενο, το κατηγόρημα και τους λοιπούς προσδιορισμούς που την περιγράφουν, οπότε έχομε σχέσεις οικογενειακές,  εργασιακές,  κοινωνικές, ευκαιριακές, ουσιαστικές, τυπικές, ιδεολογικές, αξιακές κ.λπ., σχέσεις που δημιουργούνται  σε κάποιο χώρο και κάτω από τις συνθήκες που επικρατούν κάθε φορά μέσα στο φυσικό ή τεχνητό περιβάλλον τού χώρου αυτού (όπως ο χώρος που βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή, το σπίτι, το σχολείο, η υπηρεσία, το λεωφορείο, το κατάστημα, η θάλασσα κ.λπ.), σχέσεις που πραγματοποιούνται τυχαία ή σκόπιμα, μας προκύπτουν ή τις επιζητούμε, τις επιθυμούμε ή μας τις επιβάλλουν, σχέσεις που διαρκούν λίγο, πολύ, όσο ζούμε, διακόπτονται,  ξαναρχίζουν κ.λπ.
           Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι συνεκτιμώντας όλες αυτές τις  εκδοχές, αξιολογούμε το αποτέλεσμα, δηλαδή την ποιότητα αλλά και τη σημαντικότητα τής σχέσης τής εκάστοτε επίδρασης και αλληλεπίδρασης μεταξύ τού ανθρώπου και τού  περιβάλλοντός του, συγχρονικά και διαχρονικά ή οριζόντια και κάθετα.
       Επιτρέψατέ μου μια μικρή παρέκβαση, σχετικά με  τις επιδράσεις και τις αλληλεπιδράσεις που προαναφέραμε, για να τονίσω ότι η συμπεριφορά τού ανθρώπου ναι μεν εκδηλώνεται  τόσο μέσα στο φυσικό περιβάλλον, το οποίο ο άνθρωπος αξιοποιεί, εκμεταλλεύεται και μεταλλάσσει, όσο και μέσα στο τεχνητό περιβάλλον, το οποίο κατασκευάζει και χρησιμοποιεί ο ίδιος, πλην όμως και στις δύο περιπτώσεις ο άνθρωπος ενεργεί είτε για να βελτιώσει την ποιότητα τής δικής του ζωής και τής ζωής των άλλων είτε για να βελτιώσει τη δική του ζωή υποβαθμίζοντας τη ζωή των άλλων και σε πολλές περιπτώσεις και τη δική του.
      Αλλά, ας επανέλθουμε στο ζήτημα τής συγχρονικής και διαχρονικής επίδρασης και αλληλεπίδρασης, ανθρώπου και περιβάλλοντος, όπως το έχομε ήδη προσδιορίσει, σημειώνοντας ότι η διαδικασία αυτή  αποτελεί συνεχή προσαρμογή τού ανθρώπου στο διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, οπότε ο άνθρωπος μαθαίνει να συμπεριφέρεται.
        Όμως η μάθηση αυτή έχει ένα χαρακτηριστικό, αποφασιστικής σημασίας. Αποτελεί υποχρεωτική ή ελεύθερη, συνειδητή ή ασυνείδητη μίμηση (ολική, μερική ή τροποποιημένη) ή ακόμη και απόρριψη  διαφόρων προτύπων, κατά τρόπο αποκλειστικό ή συνδυαστικό. Τα πρότυπα αυτά μπορεί να είναι: (α) ένα ορατό ή αισθητό πρότυπο (αυτό δηλαδή που έχομε προ οφθαλμών και το οποίο μπορεί να προέρχεται από τους γονείς, τα λοιπά μέλη τής οικογένειας, τους δασκάλους, τους πολιτικούς, τους κληρικούς, τους φίλους, τους συμμαθητές, τους γείτονες, τους διαφόρους αστέρες τής μικρής και τής μεγάλης οθόνης, τού αθλητισμού, τού μικροφώνου, τής πασαρέλας, τής πολιτικής κ. ά. χώρων), (β) ένα πρότυπο το οποίο περιγράφεται  με τον γραπτό ή προφορικό λόγο, (γ) ένα θετικό ή αρνητικό πρότυπο, (δ) ένα ιδεατό πρότυπο, ως σύλληψη την οποία δημιουργούμε σύμφωνα με τη δική μας κοσμοθεωρία. Τα πρότυπα αυτά μπορεί να αφορούν στη συμπεριφορά άλλων προσώπων (ή όντων και φαινομένων γενικότερα), στη μέθοδο αντιμετώπισης προβλημάτων, στον τρόπο αναζήτησης τής αλήθειας, στον τρόπο εξωτερικής εμφάνισης κ.ο.κ.
Με αφορμή λοιπόν τη μεθαυριανή εορτή των τριών ιεραρχών –Μ. Βασιλείου, Γρηγορίου τού Θεολόγου και Ιωάννου τού Χρυσοστόμου– θα  επιχειρήσουμε, στο πλαίσιο πάντοτε μιας ολιγόλεπτης ομιλίας, μία συγκριτική θεώρηση των χαρακτηριστικών δύο προτύπων, διότι τα χαρακτηριστικά αυτά αποτελούν, όπως θα δούμε, και τα βασικά κριτήρια των σχετικών επιλογών πολλών ανθρώπων.
Το πρώτο πρότυπο, είναι αυτό  των «τριών μεγίστων φωστήρων τής τρισηλίου θεότητος» το οποίο αν και προέρχεται από το μακρινό χθες, διατηρείται επί αιώνες, συνεχίζει να διατηρείται, σε ένα βαθμό, για ορισμένους ανθρώπους και θα εξακολουθεί, όπως θέλω να πιστεύω,  να προβάλλει ως παράδειγμα ανθρώπων που αφιέρωσαν τον εαυτό τους και το έργο τους υπέρ των άλλων.
Το δεύτερο πρότυπο είναι αυτό των σημερινών αστέρων διαφόρων μεγεθών, τύπων και χώρων, ανάμεσα στους οποίους εμφανίζονται και  διάττοντες αστέρες, δηλαδή αυτοί που λάμπουν για λίγο, καθώς και αστέρες ετερόφωτοι, δηλαδή αυτοί που λάμπουν όσο οι πάσης φύσεως προβολείς είναι στραμμένοι επάνω τους. Η λάμψη που εκπέμπεται από τους αστέρες τού δεύτερου  αυτού προτύπου, φαινομενικά μεν αποβλέπει στο να «φωτίσει» τους άλλους, στην πραγματικότητα όμως υποκρύπτει ενέργεια υπέρ των ενεργούντων, δηλαδή ενέργεια η οποία ωφελεί σε κάθε περίπτωση μόνο τους ίδιους τους παντός μεγέθους αστέρες αλλά και τους προάγοντες τους αστέρες αυτούς, είτε για όσο χρόνο διαρκεί η προσπάθεια και η απόλαυση των νόμιμων ή μη νόμιμων  επενδύσεων των οικονομικών απολαβών τους, είτε μέχρι να στραφούν  οι προβολείς των συμφερόντων σε άλλης μορφής «πρότυπα».
Όμως η επιλογή των προτύπων των δύο αυτών κατηγοριών, όπως και κάθε άλλου προτύπου, εκ μέρους κάθε ανθρώπου, και ιδιαίτερα των νέων. γίνεται επί τη βάσει ορισμένων κριτηρίων, τα οποία παραλλάσσουν ανάλογα με την Παιδεία τους  και την σύμφωνα μ’ αυτή διαμορφούμενη προσωπικότητά τους, στο πλαίσιο τής αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον όπως το έχομε ήδη προσδιορίσει.   Έτσι άλλοι μεν επιλέγουν κριτήρια σταθερά και άλλοι κριτήρια που μεταβάλλονται συνεχώς, όπως  μεταβάλλονται οι «καιρικές συνθήκες» ή η μόδα. Αυτοί που ανήκουν στην πρώτη κατηγορία, ακολουθούν τις διαχρονικές αξίες, ενώ αυτοί που ανήκουν στη δεύτερη τα ιδεώδη κάθε εποχής (ηρωικό, γεωργικό, πολιτειακό, εθνικό, δημοκρατικό, ατομικό, κοινωνικό, εμπορικό-οικονομικό κ.λπ.).
Σπεύδοντας να προλάβω τη γέννηση και προβολή μιας συνήθους ένστασης-ερωτήματος, το οποίο συνοψίζεται στο εάν και κατά πόσον είναι δυνατή και εύκολη η αναζήτηση, επιλογή και μίμηση προτύπων που  εκφράζουν διαχρονικές αξίες,  σημειώνω τα εξής:
Κατά την άποψη τού ομιλούντος η αναζήτηση αυτή είναι μεν δυνατή αλλά εξαιρετικά δύσκολη. Βέβαια, δεν είναι δύσκολη μόνο για τις επιλογές, που στηρίζονται σε διαχρονικές αξίες, όπως η αποδοχή και ο σεβασμός τού άλλου και η ανιδιοτελής προσφορά προς αυτόν, αλλά και για τις αντίθετες, δηλαδή και  για τις επιλογές εκείνες που έχουν ως προσανατολισμό τις επικρατούσες κάθε φορά ατομοκεντρικές και παροντικές αντιλήψεις. Διότι και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει αγώνας, με τις εξής όμως διαφορές.
Ο αγώνας  τής πρώτης περίπτωσης  συνιστά άθληση δικαιοσύνης και προσφοράς προς τον άλλο και το διαχρονικό περιβάλλον γενικότερα, όπως το έχομε ήδη προσδιορίσει. Σ’ αυτή την κατηγορία, που τελικά δεν γνωρίζω αν είναι μικρή ή μεγάλη, ανήκουν όλοι εκείνοι που αγωνίζονται για την τελείωση μέσω τής μίμησης ενός αιωνίου προτύπου, όπως αυτό που προβάλλουν οι 3 Ιεράρχες, οι οποίοι –έχοντάς το παραλάβει από τη χριστιανική διδασκαλία– το βιώνουν προσφέροντάς το ως πολυδιάστατη ενέργεια αγάπης και θυσίας τού ανθρώπου για τον άνθρωπο, ενέργεια την οποία οφείλει καθένας  να τη συνεχίζει.
Το πολυδιάστατο και διαρκούς αξίας πρότυπο –που προβάλλουν οι τρεις μέγιστοι φωστήρες τής τρισηλίου θεότητος– εκφράστηκε:  α) ως Θεολογική και διεπιστημονική  Παιδεία την οποία έλαβαν οι ίδιοι, β) ως δογματική άποψη πίστεως που διατύπωσαν με τον προφορικό και γραπτό λόγο, γ) ως βίωμα ποιμαντικού έργου, δ) ως  δράση εξυγίανσης των εκκλησιαστικών πραγμάτων (κάθαρση θα την ονομάζαμε σήμερα) με μέτρα κατά των «βαλαντιοσκόπων», των «κολλάκων και παρασίτων», των «κοιλιοδούλων» και των «συνεισάκτων» (παρακοιμωμένων θα λέγαμε σήμερα), ε) ως κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο με ίδρυση ευαγών ιδρυμάτων και καθιέρωση συσσιτίων και ς) ως αρμονική και ισόρροπη σύνθεση τής κλασικής ελληνικής σοφίας με τη χριστιανική πίστη και παράδοση (ΕΚΠΑ,1842).
Το πρότυπο λοιπόν αυτό με τα χαρακτηριστικά που προανέφερα επιγραμματικά, και στα οποία θα αναφερθούν εκτενέστερα οι  επόμενοι ομιλητές, είναι ένας νοητός και έλλογος ήλιος, είναι αυτό που φωτίζει, θερμαίνει και ενθαρρύνει τον άλλο  παρωθώντας τον στην ευγενή άμιλλα,   δηλαδή στην άθληση για την απόκτηση τής δύναμης  που απαιτεί η προσφορά και η θυσία, στην άθληση για τη βίωση τής ταπεινότητας που απαιτεί η χρησιμοποίηση τής διεπιστημονικής Παιδείας όχι προς ατομική διάκριση αλλά για επίλυση των πολυσύνθετων προβλημάτων, τα οποία δημιουργούνται σήμερα στον άνθρωπο.
Ο αγώνας τής δεύτερης περίπτωσης, δηλαδή των διαττόντων και των ετερόφωτων αστέρων, αποτελεί διαρκή πάλη προσωπικής επικράτησης εις βάρος τού άλλου σε κάθε έκφανση τής ζωής. Σ’ αυτή την κατηγορία θεωρούμε ότι ανήκουν αυτοί που –στο πλαίσιο τού κακώς εννοούμενου ανταγωνισμού– ξεχνούν: ότι δεν προέρχονται από παρθενογένεση, αλλά ότι υπάρχουν γιατί υπήρξαν πριν απ’ αυτούς  κάποιοι άλλοι (ως γεννήτορες, ως τροφοί, ως δάσκαλοι) και ότι είναι υποχρεωμένοι να βελτιώσουν ό,τι θετικό παρέλαβαν οι ίδιοι απ’ αυτούς βιώνοντάς το μαζί με τον κάθε άλλο τού σήμερα και  κληροδοτώντας το στη συνέχεια, εμπλουτισμένο και όχι μεταλλαγμένο, στον άλλο τού αύριο.
Επομένως, η διαφορά στις δύο αυτές μορφές αγώνα έγκειται στην κατεύθυνση τού  επιδιωκόμενου στόχου (κοινωνικού ή ατομοκεντρικού), στην τακτική  και στα μέσα που θα χρησιμοποιηθούν. Όμως η μεγάλη  διαφορά έγκειται στη φανερή ή αφανή τακτική η οποία ακολουθείται  για να περιοριστούν και να αποσβεστούν πρότυπα πού εκφράζουν διαχρονικές αξίες. Ας δούμε λοιπόν τι γίνεται, γενικότερα, όταν θέλουμε να επικρατήσει ένα  πρότυπο εις βάρος ενός άλλου.
 Σύμφωνα με την κρατούσα σήμερα πρακτική είτε απαξιώνουμε το άλλο πρότυπο (όπως συμβαίνει π.χ. εις βάρος τού δημόσιου Πανεπιστημίου και πολύ σύντομα θα συμβεί και εις βάρος τού δημόσιου σχολείου γενικής εκπαίδευσης) είτε το αποκρύπτουμε με κάθε δυνατό τρόπο (κάτι το οποίο συμβαίνει για τα πρότυπα παραδείγματα τής χριστιανικής διδασκαλίας, όχι όμως και για τα αρνητικά παραδείγματα των φερομένων ως θεματοφυλάκων της). Αλλά υπάρχει και η αντίθετη πρακτική. Π.χ., εν ονόματι μιας ψευδεπίγραφης αγάπης προς τον άλλο  και προκειμένου να καταργηθεί, φαινομενικά, η διάκριση και η διαφορά και να  εγκαθιδρυθεί η καταλλαγή,   διαγράφουμε από κάθε χώρο και με κάθε μέσο τα προς αποφυγή ιστορικά  σφάλματα.  Όμως πώς θα αποφύγεις τα αρνητικά παραδείγματα εάν δεν τα γνωρίζεις ή εάν δεν γνωρίζεις την πραγματική τους διάσταση και τις συνέπειές τους; Και πώς τέλος πάντων θα προετοιμαστούν κατάλληλα οι νέοι άνθρωποι, ώστε να είναι σε διαρκή ετοιμότητα;
Η εκπαίδευση θα απαντήσουμε αμέσως όλοι.
        –Ποια εκπαίδευση; Αυτή που δίδασκε χθες ή αυτή που διδάσκει σήμερα; Διότι χθες δίδασκε το σχολείο, ενώ σήμερα διδάσκει η αυτοκράτειρα TV και σε λίγο το διαδίκτυο, χωρίς να παραβλέπουμε τον τρόπο επίδρασης τού επί πληρωμή αλλά και τού δωρεάν διανεμομένου τύπου.
        –Τι διδάσκει; Ό,τι πουλιέται (ό,τι πουλάει λέμε).
        –Και τι πουλιέται; Ό,τι είναι εύπεπτο και ανταποκρίνεται στην  ενστικτώδη συμπεριφορά και τις «επίκτητες» ανάγκες. Γι αυτό όλα τα ΜΜΕ διδάσκουν-«πωλούν», κατά κύριο λόγο, διαπλοκή, συναλλαγή, απάτη, βία, ψεύδος, υποψία, υποκρισία... Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το συμπλήρωμα τής άποψης για τα μεταβαλλόμενα κατά εποχή κριτήρια επιλογής προτύπων.
ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ  [Πριν από ένα μήνα, περίπου, η Ακαδημία Αθηνών βράβευσε πολλά πρόσωπα για το έργο τους σε διαφόρους τομείς και εκφάνσεις τής ζωής. Να μια ευκαιρία, θα έλεγε κάποιος, για προβολή διαφόρων προτύπων προς μίμηση. Αντί αυτών των προτύπων τι προβάλλεται από την τηλεόραση; Αυτά που αποτελούν το καθημερινό κυρίως πιάτο της, όπως για παράδειγμα οι διαστάσεις τής «αμόλυντης παστάδος» τού κυρίου ή τής κυρίας τάδε και το πλήθος και το είδος των αντικειμένων που την πλαισιώνουν και την κοσμούν κατά τις διαδοχικές συζεύξεις.]
 Εάν λοιπόν περιμένουμε ανάδειξη των προτύπων από την τηλεόραση, τότε αρνητικά κυρίως παραδείγματα θα γνωρίσουμε. Αλήθεια, τα θετικά πρότυπα, ποιος θα τα προβάλλει; Το σχολείο θα πει και πάλι κάποιος. Λυπούμαι, αλλά στη φάση αυτή το σχολείο παραμένει ουδέτερο ή δέσμιο τής κάθετης οργάνωσής του και τής γραφειοκρατικής αντίληψης στον τρόπο λειτουργίας του, χωρίς κανένα δημόσιο μέσο να προβάλλει τις πολυάριθμες υποδειγματικές ενέργειες συνεργασίας εκπαιδευτικών λειτουργών και μαθητών, για τις οποίες πολλά έχουν να προβάλλουν πολλοί λειτουργοί τής εκπαίδευσης. Δεν θα συνεχίσω με τα προβλήματα και θα κλείσω κάνοντας μια ευχή ως πρόταση.
-Ας προσπαθήσουμε να αγοράζουμε ό, τι θέλουμε και όχι ό,τι μας πουλάνε. Δηλαδή, ας χρησιμοποιούμε κριτήρια που εμείς επιλέγουμε και όχι αυτά στα οποία μας εθίζουν με πλύση εγκεφάλου. Τα κριτήρια αυτά τα παρέχουν, κατ' αρχήν, γονείς και, γενικά, παράγοντες τής αγωγής που λειτουργούν με παραδοσιακές αρχές, τις οποίες παραδίδουν στο σήμερα έχοντάς τις κληρονομήσει από το χθες. Αυτοί εκπαιδεύουν και μαθαίνουν το σήμερα, τη νέα γενιά, ακολουθώντας σταθερές-διαχρονικές αξίες.
       Όμως, στην προσέγγιση τού ζητήματος αυτού, όταν μάλιστα πρόκειται για τις υποχρεώσεις μας απέναντι στους  νέους ανθρώπους δεν θα πρέπει να ενεργούμε  ακολουθώντας  τη φιλοσοφία τής διαφοράς, αλλά στηριζόμενοι στην αρχή ότι οι άνθρωποι πολύ περισσότερο μοιάζουν μεταξύ τους παρά διαφέρουν. Βέβαια σήμερα επικρατεί η διάχυτη αντίληψη ότι όλοι είναι ίδιοι, έχοντας ως αποκλειστικό λόγο αναφοράς τα αρνητικά παραδείγματα και την απαξίωση των πάντων. Είναι αναγκαία λοιπόν η αναστροφή τής πορείας (ως οπισθοδρόμηση θα την καταγγείλουν διάφοροι μετανεωτεριστές) και η ανάδειξη των κοινών θετικών χαρακτηριστικών των ανθρώπων, έστω και αν αυτά έχουν μειωθεί επικίνδυνα.
        Μία τέτοια προσέγγιση στην αξιολόγηση τού τρόπου ζωής τείνει να είναι κατάλληλη ως βάση πάνω στην οποία θα στηριχτούν όλοι οι άνθρωποι, προκειμένου να εκφράσουν τις τρεις πλευρές τής ζωής που έχουν  πρωταρχική σημασία.
         Οι πλευρές αυτές αποτελούν την έννοια τού να υπάρχεις (Being), το οποίο βιώνεται πάντα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, δηλαδή σε ορισμένο χρόνο, τόπο και πολιτισμό, καθώς και την έννοια τού να ανήκεις ή να εντάσσεσαι (Belonging), δηλαδή να είσαι ένα απόλυτα ενεργό και υγιές πρόσωπο για να γίνεις αποδεκτός και να ενσωματωθείς σταθερά σε μια κοινωνία. Αλλά η ζωή δεν είναι απλά ένα σενάριο, στο οποίο τα πρόσωπα παίζουν προκαθορισμένους ρόλους. Κάθε πρόσωπο έχει παρελθόν και καταβολές, όμως είναι πιθανό να αλλάξει προσανατολισμό και να χαράξει νέα πορεία. Ό,τι ο άνθρωπος επιλέγει να πράττει στη ζωή του, προσδιορίζει αυτό που είναι και αυτό που θα γίνει. Αυτή η άποψη τής ζωής ορίζεται ως το να ενεργείς ή να εξελίσσεσαι σύμφωνα με το δυναμικό σου (Becoming).
        Οι δύο πρώτες έννοιες τής ζωής, δηλαδή το να υπάρχεις και να ανήκεις, μπορούν να βιωθούν ως συναισθήματα αλλοτρίωσης ή αποκλεισμού. Συνακόλουθα, η ζωή κάθε προσώπου μπορεί να ελεγχθεί από τους άλλους. Στον πυρήνα αυτού τού ζητήματος βρίσκεται η δύναμη τού προσώπου και οι σχέσεις του με τους άλλους.
       Επομένως, υπάρχει ανάγκη κατάλληλης στήριξης των νέων ιδίως προσώπων  για να αποκτήσουν και να διατηρήσουν την ταυτότητά τους μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία και όχι να τη χάσουν με την μίμηση προτύπων που θέλουν να επιβάλλουν αυτοί που ενεργούν για το προσωπικό τους ή το συμβολικά ευρύτερο συμφέρον.
       Το αυτεξούσιο δεν είναι μια κατάσταση στην οποία φθάνει κανείς, αλλά είναι μια «διαδικασία αλλαγής», μέσω τής οποίας τα πρόσωπα αποκτούν πραγματικό έλεγχο πάνω στις δικές τους ζωές, έχοντας κατά νούν ότι, σε κάθε περίπτωση, αστήρ αστέρος διαφέρει εν δόξη (Α΄ Κορ. 15, 41).   
         Σ’ αυτή ακριβώς τη «διαδικασία αλλαγής» πιστεύω ότι αποβλέπει και η μίμηση προτύπων όπως αυτά που αναδεικνύει τόσο το παράδειγμα των τριών μεγίστων φωστήρων τής χριστιανικής διδασκαλίας  όσο και κάθε ανθρώπου που διαπνέεται από ανάλογα πιστεύω. Η μη αλλαγή, δηλαδή η μη απαλλαγή από την ενστικτώδη-την πρωτόγονη  συμπεριφορά, εκφράζεται μέσα από το παράδειγμα των διαττόντων και των ετερόφωτων αστέρων, όπως σημειολογικά τους προσδιορίσαμε προηγουμένως.
         Εάν λοιπόν αντί των πολλαπλών επιλογών κατασκευάζουμε και προσφέρουμε ένα μονόδρομο –αποκρύπτοντας, απαξιώνοντας ή διαγράφοντας κάθε άλλο δρόμο– πώς να επιλέξει κανείς όταν μάλιστα το ωροσκόπιο, το γρήγορο και το τυποποιημένο λειτουργούν καταλυτικά ως οδηγοί και ιδανικά πρότυπα στη λήψη αποφάσεων;

                                         Λαυρεντίου Γ. Δελλασούδα
Ομότιμου Καθηγητού  του ΕΚΠΑ
Ομιλία στην εκδήλωση για τους 3 Ιεράρχες
(Ίδρυμα «ΜΑΡΙΑ ΤΣΑΚΟΥ»-Μέγαρο «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ», 27.1. 2008)

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...