του Γιώργου Φερδή
Το τρισάγιο και τα αποκαλυπτήρια της προτομής του Φώτη Κοντογλου, τέλεσε την Κυριακή ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιερώνυμος, στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου στο Νέο Ηράκλειο Αττικής. Μαζί του ο Δήμαρχος της πόλης κ. Σταύρος Γεωργόπουλος ο οποίος με την ευκαιρία των αποκαλυπτηρίων μετονόμασε την προαύλεια πλατεία του Ιερού Ναού, σε πλατεία Φώτη Κόντογλου. Ακολούθησαν χαιρετισμοί του Αρχιεπισκόπου ο οποίος μεταξύ άλλων τόνισε την σημαντική συμβολή του Φώτη Κόντογλου στην Βυζαντινή τέχνη και την εκκλησιαστική ζωή.Ο Μητροπολίτης Προικοννήσου Ιωσήφ, εκπρόσωπος του Οικουμενικού Θρόνου, ανέγνωσε γράμμα του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου. Στη συνέχεια χαιρετισμούς και ευχαριστείες απήυθηναν ο εγγονός του Φώτη Κόντογλου και με εκτεταμένη ομιλία του, προς το πρόσωπο του Κόντογλου, ο ομότιμος καθηγητής της ιστορίας της τέχνης κ. Νίκος Ζίας.
Ακολούθησαν βραβεύσεις με τιμητικές πλακέτες από τον Δήμαρχο Ηρακλείου Αττικής προς τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, τον εκπρόσωπο του Οικουμενικού Πατριαρχείου Μητροπολίτη Προικοννήσου Ιωσήφ και άλλα τιμώμενα πρόσωπα.
Στις εκδηλώσεις, που ολοκληρώθηκαν με καλλιτεχνικό πρόγραμμα, παρέστησαν ο επιχώριος Μητροπολίτης Νέας Ιωνίας Κωνσταντίνος και ο Αρχιμ. Αθηναγόρας Σουπουρτζής, εκπρόσωπος του Μητροπολίτου Μυτιλήνης Ιακώβου καθώς και πλήθος κατοίκων της περιοχής.
Το πρωί τελέστηκε Αρχιερατική Θεία Λειτουργία, στον Ι.Ναό του Αγίου Γεωργίου, προεξάρχοντος του Μητροπολίτη Προικοννήσου Ιωσήφ. Να σημειωθεί ότι ο κ.Ιωσήφ έχει γράψει ειδική μελέτη για το έργο του Φώτη Κόντογλου την οποία έχει παρουσιάσει σε ειδικό αφιέρωμα το Amen.gr.
Η πορεία και το έργο του Κόντογλου
Ο Φώτης Κόντογλου, γεννήθηκε στο Αϊβαλί το 1895. Ένα χρόνο μετά έχασε τον πατέρα του και την κηδεμονία αυτού και των τριών μεγαλύτερων αδερφιών του ανέλαβε ο θείος του Στέφανος Κόντογλου, ηγούμενος της μονής της Αγίας Παρασκευής, στον οποίο οφείλεται και η χρήση του επωνύμου της οικογένειας της μητέρας του.
Τα παιδικά και νεανικά του χρόνια τα έζησε στο Αϊβαλί. Εκεί τελείωσε το σχολείο το 1912. Μετά την αποφοίτησή του γράφτηκε στην Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα, από την οποία δεν αποφοίτησε ποτέ. Το 1914 εγκατέλειψε την σχολή του και πήγε στο Παρίσι, όπου μελέτησε το έργο διαφόρων σχολών ζωγραφικής. Επέστρεψε στην πατρίδα του το 1919, μετά την λήξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Εκεί ίδρυσε τον πνευματικό σύλλογο "Νέοι Άνθρωποι", στον οποίο συμμετείχαν επίσης ο Ηλίας Βενέζης και ο Στρατής Δούκας, εξέδωσε το πρώτο του λογοτεχνικό βιβλίο Pedro Cazas και διορίστηκε στο Παρθεναγωγείο Κυδωνίων, όπου δίδασκε Γαλλική Γλώσσα και Ιστορία της Τέχνης.
Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή πήγε αρχικά στην Μυτιλήνη και έπειτα στην Αθήνα, μετά από πρόσκληση Ελλήνων λογοτεχνών που διάβασαν το βιβλίο του και ενθουσιάστηκαν, όπως η Έλλη Αλεξίου, ο Μάρκος Αυγέρης, η Γαλάτεια Καζαντζάκη και ο Νίκος Καζαντζάκης. Το 1923 έκανε ταξίδι στο Άγιο Όρος• εκεί «ανακάλυψε» την βυζαντινή ζωγραφική, αντέγραψε πολλά έργα και έγραψε αρκετά κείμενα. Όταν επέστρεψε εξέδωσε το λεύκωμα Η Τέχνη του Άθω και έκανε μια πρώτη έκθεση με έργα ζωγραφικής του. Το 1925 παντρεύτηκε την Μαρία Χατζηκαμπούρη και εγκαταστάθηκε στη Νέα Ιωνία.
Εργάστηκε ως συντηρητής εικόνων σε μουσεία (στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας, στον Μυστρά, στον Κοπτικό Μουσείο στο Κάιρο) και ως αγιογράφους σε ναούς (στην Καπνικαρέα, στην Αγία Βαρβάρα του Αιγάλεω, στην Μητρόπολη της Ρόδου και αλλού), ενώ έκανε και την εικονογράφηση του Δημαρχείου Αθηνών.
Πέθανε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 1965, έπειτα από μετεγχειρητική μόλυνση.
Τιμήθηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (1961 για το βιβλίο Έκφρασις της Ορθοδόξου Εικονογραφίας, με το Βραβείο «Πουρφίνα»της Ομάδας των Δώδεκα (1963) για το βιβλίο Το Αϊβαλί, η πατρίδα μου και με το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του.
amen.gr














