Σάββατο, 9 Αυγούστου 2014

῾Υπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς (1)

Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη
῾Ο μήνας Αὔγουστος εἶναι ὁ μήνας τῆς ῾Υπεραγίας Θεοτόκου, τῆς Παναγίας μας. ῎Αν καθ’ ὅλο τό ἔτος ἔχουμε συχνές καί πυκνές ἀναφορές γιά τή Μητέρα τοῦ Κυρίου, ἐκεῖ πού ἀποκορυφώνεται ἡ δοξολογική, τιμητική καί ἱκετευτική ἀναφορά μας σ’ ᾿Εκείνη, εἶναι κατά τόν μήνα αὐτό, λόγω τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεώς της καί τῆς μέ αὐτήν κατά τήν παράδοση
τῆς ᾿Εκκλησίας μας συνδεδεμένης μεταστάσεώς της. Αἰτία γι’ αὐτό εἶναι ὅτι ἡ Κοίμηση καί ἡ μετάσταση τῆς Θεοτόκου ἐπιστεγάζουν τήν ὅλη ἁγιασμένη ἐπί γῆς πορεία της, πού σημαίνει ὅτι τό κάθε γεγονός τῆς ζωῆς τῆς Παναγίας θεωρεῖται ὡς ἀναβαθμός, πού ὁδηγεῖ στήν ἀγκαλιά τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Μέ ἄλλα λόγια, μέ τήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου κατανοοῦμε οἱ πιστοί ὅτι τίποτε δέν ὑπῆρξε τυχαῖο στή ζωή της - ἄλλωστε, ὑπάρχει τίποτε τυχαῖο; - ἀλλά ὅλα συμπλέκονταν ἀπό τή Θεία Χάρη, ἡ ὁποία συνεργαζόταν μέ τήν ἐλεύθερη βούλησή της, ὥστε νά φθάσει νά γίνει ἡ Παναγία αὐτό πού δηλώνει ἡ προσωνυμία της· Παν-αγία. ῾Υπεράνω δηλαδή ὁποιουδήποτε ἁγίου, εἴτε ἀνθρώπου εἴτε ἀγγέλου. «Θεός μετά Θεόν» κατά μία μάλιστα πατερική ἔκφραση. Γι’ αὐτό καί ψάλλει ἀδιάκοπα ἡ ᾿Εκκλησία μας· «Τήν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ». ᾿Από αὐτό καταλαβαίνουμε καί γιατί ἡ νηστεία γιά τήν Παναγία, γιατί οἱ καθημερινές ἱκεσίες μας μέ τούς παρακλητικούς κανόνες, γιατί οἱ γονυκλισίες.

᾿Ιδιαιτέρως θά σταθοῦμε στούς παρακλητικούς κανόνες, μεγάλο καί μικρό, πού ἀποτελοῦν μακάριο ἐντρύφημα κάθε πιστοῦ, παρηγοριά κι ἐλπίδα του σ’ ὅλες τίς περιστάσεις τῆς ζωῆς του, μάλιστα τότε πού ἀντιμετωπίζει διαφόρων εἰδῶν πειρασμούς. Καί τοῦτο γιατί οἱ βασικές προϋποθέσεις στίς ὁποῖες στηρίζονται καί οἱ δύο κανόνες, εἶναι ἀφενός τό γεγονός ὅτι ὡς ἄνθρωποι χειμαζόμαστε εὐρισκόμενοι μέσα σ’ αὐτόν τόν ταλαίπωρο κόσμο μέ τούς πολυποίκιλους πειρασμούς καί τίς παγίδες του, ἀφετέρου ὑπάρχει ἡ ἐλπίδα καί ἡ παρηγοριά, ἡ καταφυγή καί ἡ δύναμη, πού εἶναι ἡ παρουσία τῆς Παναγίας στή ζωή μας.

Καί ὡς πρός τήν πρώτη προϋπόθεση· Δέν ὑπάρχει, πιστεύουμε, ἄνθρωπος ἐπί γῆς, πού νά μή δοκιμάζει πειρασμούς, ἐξωτερικούς καί ἐσωτερικούς. Εἶναι τέτοια ἡ ἀνθρώπινη φύση καί τέτοια ἡ κοινωνία καί ὁ κόσμος μας, πού τοῦτο θεωρεῖται ἀδύνατο. «Πειραστήριον» χαρακτηρίζει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, «κοιλάδα πένθους καί δακρύων». ᾿Αλλά καί σύνολη ἡ ἐμπειρία τοῦ ἀνθρώπου, ὅπου γῆς, ἀνεξάρτητα ἀπό θρησκεία καί ἰδεολογία, ἐπιβεβαιώνει τό γεγονός. Γιατί ἄραγε; Πλαστήκαμε γιά νά πάσχουμε; Βεβαίως ὄχι. ῾Ο Θεός, κατά τήν πίστη μας, μᾶς δημιούργησε ἔτσι, ὥστε νά εἴμαστε μέτοχοι τῆς ζωῆς Του, δηλαδή νά ζοῦμε εὐτυχισμένοι, μέ τήν προοπτική μάλιστα τῆς ἀπόλυτης, μέσα στά κτιστά ὅρια, εὐτυχίας, ἐφόσον τέλος μᾶς ἔταξε τήν ὁμοίωσή μας μέ Αὐτόν. ῾Η κακή χρήση ὅμως τῆς ἐλευθερίας μας μᾶς ὁδήγησε στήν ἀπομάκρυνση ἀπό ᾿Εκεῖνον, τήν πηγή τῆς χαρᾶς καί τῆς μακαριότητας, κι ἔτσι κλῆρος μας ἔγινε αὐτό πού ἐπιλέξαμε· ἡ φθορά καί ὁ θάνατος, μέ τά συνοδεύοντα αὐτά στοιχεῖα, τῆς θλίψης καί τῶν δακρύων τῶν πειρασμῶν. Λέει ὁ ἅγιος ᾿Ιωάννης τῆς Κλίμακος κάπου· «῞Οπου δέν ὑπάρχει πληγή, δέν χρειάζεται νυστέρι. Στόν ᾿Αδάμ πρίν ἀπό τήν παράβαση δέν ὑπῆρχαν δάκρυα, ὅπως ἀκριβῶς καί στούς δικαίους, μετά τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, ἐφόσον θά ἔχει καταργηθεῖ ἡ ἁμαρτία καί θά ἔχει ἐξαφανιστεῖ ἡ ὀδύνη, ἡ λύπη καί ὁ στεναγμός». ῞Ολοι λοιπόν πάσχουμε ἐξωτερικά καί ἐσωτερικά. ᾿Εξωτερικά· μέ τίς διάφορες ἀρρώστιες, τούς πόνους, τίς δοκιμασίες τῆς ζωῆς, ἐσωτερικά· μέ τά διάφορα πάθη καί τίς ἀδυναμίες μας.

Ποιοί πειρασμοί θεωροῦνται βαρύτεροι; Συνήθως ὁ πολύς κόσμος θεωρεῖ ὅτι οἱ ἐξωτερικοί πειρασμοί εἶναι οἱ χειρότεροι, αὐτοί πού μόνον μποροῦν νά δημιουργήσουν οὐσιαστικά προβλήματα. Πολλές φορές μάλιστα δέν δίνει σημασία κἄν στούς ἐσωτερικούς. «Τήν ὑγεία μας νά ’χουμε καί τίποτε ἄλλο» ἀκοῦμε καθημερινά γύρω μας καί σέ ὅλους τους τόνους. ᾿Ενῶ ἡ καθημερινή ζωή ἀποκαλύπτει ὅτι οἱ γονεῖς ρίχνουν ὅλο τό βάρος τους γιά τή διασφάλιση τῶν ἐξωτερικῶν συνθηκῶν τῶν παιδιῶν τους καί τῆς σωματικῆς ὑγείας τους, μηδαμινά δέ, ἄν μή τι καί καθόλου, δέν φροντίζουν γιά τήν ἐσωτερική ἀκεραιότητά τους.

Κι ὅμως! Οἱ ἐσωτερικοί πειρασμοί, πού πηγάζουν πρωτίστως ἀπό τά πάθη καί τίς ἀδυναμίες μας, ἔχουν τήν ἄμεση προτεραιότητα, γιατί αὐτοί διακυβεύουν τήν πίστη καί τήν ἀγάπη μας στόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο, πού σημαίνει ὅτι ἀπό τήν καλή ἤ κακή ἀντιμετώπισή τους ἐξαρτᾶται τό αἰώνιο μέλλον μας. ᾿Ενῶ οἱ ἄλλοι, οἱ ἐξωτερικοί πειρασμοί, θά ἔπρεπε νά ἔρχονται σέ δεύτερη μοίρα ἐνδιαφέροντος, δεδομένου ὅτι αὐτοί πολλές φορές θεωροῦνται εὐλογία Θεοῦ. Πῶς; Θεωρούμενοι ὡς ἀφορμή καί πρόκληση πρός ἀπόκτηση μεγαλύτερης ὑπομονῆς καί πίστεως, ἄρα πρός μείζονα ἁγιασμό μας. «Πᾶσαν χαράν ἡγήσασθε, ἀδελφοί μου,» γράφει ὁ ἀδελφόθεος ᾿Ιάκωβος, «ὅταν πειρασμοῖς περιπέσητε ποικίλοις, εἰδότες ὅτι τό δοκίμιον ὑμῶν τῆς πίστεως κατεργάζεται ὑπομονήν. ῾Η δέ ὑπομονή ἔργον τέλειον ἐχέτω, ἵνα ἦτε τέλειοι καί ὁλόκληροι, ἐν μηδενί λειπόμενοι» (1, 2-4).

Παρ’ ὅλα αὐτά ὅμως! ῾Η ᾿Εκκλησία μας συγκαταβαίνει στίς ἀδυναμίες μας καί στούς διαφόρους πειρασμούς μας καί μᾶς προτρέπει νά προστρέχουμε στήν ῾Υπεραγία Θεοτόκο, ἰδίως μέσα ἀπό τίς παρακλήσεις, ὥστε νά λαβαίνουμε τήν ἴαση γιά ὅλα τά παθήματά μας, ἐξωτερικά καί ἐσωτερικά. Κι ἀκριβῶς αὐτή ἡ προτροπή τῆς ᾿Εκκλησίας στηρίζεται στή δεύτερη προϋπόθεση τῶν παρακλητικῶν κανόνων πού εἴδαμε· τήν πίστη ὅτι ἡ Παναγία βρίσκεται κοντά μας, δίπλα μας, ἕτοιμη νά εἰσακούσει κάθε αἴτημα πού εἶναι γιά τό συμφέρον μας, διότι ἔχει τή δύναμη νά μᾶς παράσχει τή χάρη πού τῆς ζητᾶμε. «Πολύ ἰσχύει δέησις Μητρός πρός εὐμένειαν Δεσπότου». Αὐτό συμβαίνει διότι ἡ Παναγία εἶναι ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου μας, αὐτή δηλαδή ἀπό τήν ὁποία προσέλαβε, μέ τή θέλησή της, τήν ἀνθρώπινη φύση ὁ Θεός μας, συνεπῶς ἔκτοτε δέν μπορεῖ νά γίνει ἀναφορά στόν Χριστό χωρίς νά γίνει ἀναφορά καί στήν Παναγία Μητέρα Του. Μέ ἄλλα λόγια, ὅπου Χριστός, ἐκεῖ καί Παναγία, κι ὅπου Παναγία, ἐκεῖ καί Χριστός. Προσφυγή ἄρα στήν Παναγία σημαίνει ἰσχυρή προσφυγή καί πρός τόν Χριστό, γι’ αὐτό καί ἄπειρα τά θαύματα ἀπό τίς παρακλήσεις στή Θεοτόκο, τόσο τά μεγάλα καί τρανταχτά, ὅσο καί τά μικρά καί καθημερινά, πού τά γνωρίζει μόνον ἡ πιστή ψυχή τοῦ ἁπλοῦ ἀνθρώπου.

Κατανοοῦμε ἔτσι γιατί οἱ διάφοροι αἱρετικοί, καί στό παρελθόν καί στό παρόν, ὑποτιμοῦν τήν Παναγία. Μή ἔχοντας ὀρθή γνώση τοῦ Χριστοῦ, λόγω ἐλλείψεως τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ μέσα τους, κατ’ ἀνάγκην διαστρεβλώνουν καί τή θέση τῆς Μητέρας Του. Δηλαδή, κριτήριο ὀρθοδοξίας θεωρεῖται μεταξύ τῶν ἄλλων καί ἡ στάση μας ἔναντι τῆς Παναγίας. ῎Ας ρωτήσουμε ὁποιοδήποτε αἱρετικό, ἰδίως τούς Προτεστάντες καί τούς παναιρετικούς Γιεχωβάδες, τί φρονοῦν γιά τήν Παναγία. ῾Η ἀπάντησή τους θά μᾶς γεμίσει μαύρη ἀπελπισία. «Αἰσχρόν ἐστι καί λέγειν». Κι ὅπως χρειάζεται Πνεῦμα Θεοῦ γιά νά δεῖ κανείς ὀρθά τόν Χριστό - «οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον ᾿Ιησοῦν εἰ μή ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ» (Α´ Κορ. 12, 3) - κατά τόν ἴδιο τρόπο ἀπαιτεῖται Πνεῦμα Θεοῦ γιά νά δεῖ κανείς ὀρθά καί τήν Παναγία. Εἶναι τόσο φανερή ἡ ἀλήθεια αὐτή, ὅταν διαβάζουμε στό Εὐαγγέλιο τά σχετικά μέ τήν ἐπίσκεψη τῆς Μαριάμ, μητέρας τοῦ Κυρίου, στήν ἐξαδέλφη της ᾿Ελισάβετ μετά τόν Εὐαγγελισμό. «᾿Επλήσθη», γράφει ὁ εὐαγγελιστής, «Πνεύματος ῾Αγίου ἡ ᾿Ελισάβετ καί ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ καί εἶπε· Εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξί...» (Λουκ. 1, 41-42).

῾Η Παναγία μας λοιπόν ἔχει τή δύναμη νά μᾶς βοηθήσει σέ ὅλα μας τά προβλήματα, λόγω τῆς σχέσεώς της μέ τόν Κύριο καί Υἱό της. Δέν ἔχουμε παρά νά προστρέχουμε συνεχῶς σ’ Αὐτήν - καί ὄχι μόνον μέ τίς παρακλήσεις - μέ τήν πεποίθηση ὅτι ἡ βοήθειά της ἀποτελεῖ καί χαρά, ἀλλά καί ἀνάγκη της. Χαρά, γιατί εἶναι γεμάτη ἀγάπη γιά τά παιδιά της - κι εἴμαστε ὡς μέλη Χριστοῦ βαπτισμένα, παιδιά κι ἐμεῖς τῆς Παναγίας - ἀνάγκη της δέ, γιατί ὡς ἐξαίρετο μέλος καί Αὐτή τοῦ ἴδιου μυστικοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, νιώθει προσωπικά ὡς δικά της ὅλα τά προβλήματα καί τίς ἀγωνίες τῶν ἄλλων μελῶν τοῦ σώματος.

Το βιβλίο «Ὦ Πανύμνητε Μῆτερ" 

τοῦ π. Γεωργίου Δορμπαράκη
κυκλοφορείται από τις εκδόσεις «ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ».
(τηλ.: 210 9310605).

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...