Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013

Τιμήθηκε το ολοκαύτωμα του Δεκεμβρίου 1943 στον Ιερό Ναό Αγίου Διονυσίου Βελβεντού Κοζάνης

Του παπαδάσκαλου Κωνσταντίνου Ι. Κώστα 
Μέσα σε κλίμα συγκίνησης από τις μνήμες και την αναπόληση των παλαιοτέρων, φρικτών γεγονότων και από τη λειτουργική-παιδαγωγική προσέγγιση και σπουδή σ’ αυτά των νεοτέρων, τιμήθηκε (15-12-2013) στον Ιερό Ναό Αγίου Διονυσίου εν Ολύμπω Βελβεντού, με Θεία Λειτουργία, Μνημόσυνο, ανάγνωση του ιστορικού των πυρπολήσεων από μαθητές και μαθήτριες του Γυμνασίου - Λυκείου Βελβεντού, με επιμνημόσυνη δέηση, κατάθεση στεφάνων, σιγή ενός λεπτού, με αναφορές στο γεγονός σε συνάφεια με τη σημερινή κατάσταση του λαού μας και την ανάγκη της ενότητάς του και με την καταδίκη του ναζισμού και φασισμού, από τον Αντιπεριφερειάρχη Π.Ε. Κοζάνης κ. Γιάννη Σόκουτη και το Δήμαρχο Σερβίων-Βελβεντού κ. Βασίλη Κωνσταντόπουλο και με την ψαλμώδηση του Εθνικού μας Ύμνου, το Oλοκαύτωμα του Δεκεμβρίου 1943, των ορεινών χωριών των Πιερίων: Παλαιογρατσάνου, Καταφυγίου και Αγίας Κυριακής, από τα γερμανικά - ναζιστικά στρατεύματα Κατοχής.

Στη λειτουργική ανάμνηση του γεγονότος προσήλθαν με αίσθημα τιμής ο Αντιπεριφερειάρχης Π.Ε. Κοζάνης κ. Γιάννης Σόκουτης, ο Δήμαρχος Σερβίων-Βελβεντού κ. Βασίλης Κωνσταντόπουλος, ο Αντιδήμαρχος κ. Αναστάσιος Αλεξόπουλος, το Τοπικό Συμβούλιο Βελβεντού, τα Σχολεία του τόπου μας, Νηπιαγωγεία, Δημοτικό, Γυμνάσιο-Λύκειο, οι πολιτιστικοί σύλλογοι ‘’Τσιούκα’’ και ‘’Γρατσάνη’’, το ΚΑΠΗ Βελβεντού και πλήθος ανθρώπων μικρών και μεγάλων.

Στο Αναλόγιο έψαλαν με θαυμάσια σύνθεση χορική, οι ψάλτες: Γιάννης Τζινίκος, Γιάννης Παπαγόρας, Θανάσης Κουτσιούκης, Γρηγόρης Φωκίδης, Δήμητρα Κίτση, Μανώλης Χ. Χατζημανώλης και Αριστείδης Σταμάτης.

Ήταν μια ηλιόλουστη χειμωνιάτικη ημέρα. ‘’Η πλατεία ήταν γεμάτη με το νόημα που είχε κάτι’’ από το σοκ. Η χαρμολύπη εμφανής. Κατοχή, πείνα, βία, θάνατοι πολλών ανθρώπων. Λύπη, που αγγίζει και το παρόν. Το Απολυτίκιο της ημέρας αναγγέλλει τη δυνατότητα υπέρβασης όλων αυτών: Εξ ύψους κατήλθες ο Εύσπλαχνος, ταφήν κατεδέξω τριήμερον, ίνα ημάς ελευθέρωσης των παθών, η ζωή και η ανάστασις ημών, Κύριε, δόξα σοι’’.

Το ιστορικό του Ολοκαυτώματος το διάβασαν οι μαθητές του Γυμνασίου-Λυκείου Βελβεντού: Θανάσης Κουτσιούκης, Αναστασία Ζιούζιου, Βάγια Μπγιάλα, Ελένη Καρδάκου, Ροδούλα Καρδάκου και Βασιλική Μινάι.

Στην εκδήλωση διαβάστηκε και το παρακάτω ποίημα του Γιάννη Παπαγόρα για την επέτειο του Ολοκαυτώματος

Ω! Πιερίδα γη ελληνική
πατρώα χώματα αγιασμένα
τα λίγα τούτα λόγια προσευχή
απ’ τις καρδιές μας είν’ βγαλμένα.

Τιμή στους μάρτυρες αυτούς εδώ!
Αθώοι, μάρτυρες, μιας τρέλας.
Έτσι απαντούμε εμείς στο Φασισμό.
Αθάνατοι θα μένουν στις καρδιές μας.

Ρωτώ σε, ω πατρίδα μας, γλυκιά
κι η απάντησή σου είναι πια δοσμένη.
Δεν έχει η Ελλάδα μια γωνιά,
με αίμα να μην είναι ποτισμένη.

Γ.Π. (Δεκέμβριος 2009)

Στο τέλος της εκδήλωσης ο Ι. Ναός παρέθεσε κέρασμα στο Αρχονταρίκι. 












Παραθέτουμε όλο το κείμενο του ιστορικού με τις διαπιστώσεις και τις προτάσεις που διάβασαν οι μαθητές στον Ιερό Ναό (15-12-2013):

ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑΤΟΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1943
ΠΑΛΑΙΟΓΡΑΤΣΑΝΟΥ, ΚΑΤΑΦΥΓΙΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΑΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ



Στο πλαίσιο των διαβόητων ‘’αντιποίνων’’ στρατιώτες των γερμανικών στρατευμάτων Κατοχής έκαψαν σπίτια, εκκλησιές και σχολεία και δολοφόνησαν σαράντα δύο (42) ανθρώπους που δεν είχαν καμιά σχέση με τις επιχειρήσεις των ανταρτών. Οι άνθρωποι αυτοί θανατώθηκαν, χωρίς να μάθουν ποτέ το γιατί.

Πυρπόληση Παλαιογρατσάνου:

Ξημερώνοντας του Αγίου Σπυρίδωνα, 12 Δεκέμβριου 1943, τα γερμανικά στρατεύματα Κατοχής ανεβαίνουν στο Παλαιογράτσανο. Βάζουν φωτιά και καίνε τα σπίτια, την εκκλησία και το σχολείο του χωριού, πυροβολούν, καίνε και σκοτώνουν άοπλους ανθρώπους. Δεκατρείς (13) συμπολίτες μας στο Παλαιογράτσανο έχασαν τη ζωή τους.

Ο Νικόλαος Νικόπουλος, η Ασιμήνα Στεφάνου και ο Γεώργιος Γεργούλας, κάηκαν ζωντανοί μέσα στα σπίτια τους.

Τον Κωνσταντίνο Ζέρβα, Δημήτριο Χριστοδούλου, την Αικατερίνη Ρήγα, και τη Μαρία Ματοπούλου τους πυροβόλησαν στο δρόμο καθώς έφευγαν και τους σκότωσαν.

Τον Δημήτριο Στεφάνου τον εκτέλεσαν στη θέση του γιου του. Ο Δημήτριος Στεφάνου συνελήφθη από τους Γερμανούς την ώρα που πήγε να πάρει τη μάνα του την Ασιμήνα, που είχε καεί ζωντανή. Οι Γερμανοί, τον πήγαν στην Κοζάνη, όπου εκεί μαζί με άλλους ήταν αιχμάλωτος ο γιος του Χρήστος καταδικασμένος σε θάνατο. Η σύλληψη του Χρήστου Στεφάνου συνδέεται με τον απαγχονισμό του Βελβεντινού Στάμκου Κλίγγου στο πλατάνι, στην τοποθεσία «φιγκαταλώνια» Βελβεντού. Στην ομάδα των νέων που είχαν συλλάβει οι Γερμανοί ήταν και ο Χρήστος Στεφάνου. Την ώρα της εκτέλεσης του γιου, ο πατέρας ζήτησε να εκτελεστεί αυτός στη θέση του παιδιού του. ‘’Αφήστε το παιδί μου να ζήσει, σκοτώστε εμένα’’, παρακαλούσε με δάκρυα στα μάτια. Εκείνοι, ψυχροί και ακριβείς στον αριθμό, των υπό εκτέλεση, δέχτηκαν. Ελευθέρωσαν το παιδί και σκότωσαν τον πατέρα.

Ο Λάμπρος Κουτσιούκης και η Ελένη Στεργιοπούλου εκτελέστηκαν κοντά στο Ρύμνιο. Η Ελένη Ματοπούλου τραυματίστηκε και τη σκότωσαν στην περιοχή Κάτω Αλώνια. Ο Ιωάννης Ματόπουλος έπεσε κάτω και πέθανε, όταν οι καταχτητές, του έκαψαν τα πρόβατά του, το βιος του.

Η Μαρία Γεωργίου Μυλωνά, βρέφος, πέθανε από κρυοπαγήματα στο δριμύ χειμώνα του 1943 στο ξωκλήσι του Αη-Γιάννη Παλαιογρατσάνου, όπου η οικογένειά της μαζί με άλλες οικογένειες είχαν βρει καταφύγιο μετά την πυρπόληση του Παλαιογρατσάνου.

Τα στοιχεία που αφορούν στην πυρπόληση του Παλαιογρατσάνου δόθηκαν (το 1985) στον π. Κωνσταντίνο από αυτόπτες μάρτυρες των γεγονότων: Δημήτριο Φικιάρη, Θωμά Στεργιόπουλο, Παύλο Παπανώτα, Γεώργιο Ράπτη, Παναγιώτη και Βασιλική Παπαγόρα, Νικόλαο Στεργιόπουλο, Γιάννη Στεργιόπουλο, και Στέφανο Μυλωνά-το 2001.

Πυρπόληση Καταφυγίου:

Μετά την πυρπόληση του Παλαιογρατσάνου, οι Γερμανοί κατέβηκαν στο Βελβεντό και από το Βελβεντό οδηγήθηκαν στο Καταφύγι. Ήταν 19 Δεκεμβρίου του 1943.

Οι Καταφυγιώτες περίμεναν την εμφάνιση των Γερμανών. Είχε προηγηθεί το κάψιμο του Παλαιογρατσάνου και οι άνθρωποι στο Καταφύγι ήταν προετοιμασμένοι. Οι περισσότεροι είχαν φροντίσει να θάψουν το νοικοκυριό τους (ό,τι θάβονταν) για να το σώσουν. Στο Καταφύγι εκείνες τις μέρες βρισκόταν και ο Μητροπολίτης Κοζάνης Ιωακείμ, ο πνευματικός αρχηγός του ΕΑΜ.

Ο Καταφυγιώτης Ιωάννης Τάτσης, προωθημένος σκοπός, στο πάνω μέρος της περιοχής καγκέλια, είχε ρητή εντολή από τον Συνταγματάρχη Χάτσιο, να πυροβολήσει στο ψαχνό, μόλις αντιληφθεί την παραμικρή κίνηση των Γερμανών. Αυτός, όταν εμφανίστηκαν οι πρώτες ομάδες των Γερμανών, αντί να πυροβολήσει, φώναξε «αλτ». Αμέσως οι Γερμανοί τον εντόπισαν και τον γάζωσαν με τα αυτόματα όπλα τους. Ο Ιωάννης Τάτσης ήταν το πρώτο θύμα.

Στην περιοχή αυτή, όπου είναι και το κοιμητήριο του Αγίου Δημητρίου, έγινε ολιγόωρη μάχη μεταξύ Ελλήνων ανταρτών και καταχτητών. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκε ένας Έλληνας σκοπός-αντάρτης από τα Χάσια (το όνομά του, μας είναι άγνωστο). Τον θάψανε στο μέρος εκείνο μετά τρεις μέρες ο Νικόλαος Τζινίκος με τον αδερφό του Αστέριο.

Στη λίγη ώρα που κράτησε η μάχη, πρόλαβαν οι Καταφυγιώτες, να εκκενώσουν το χωριό. Μαζί τους έφυγε και ο Δεσπότης Ιωακείμ προς την περιοχή Αγιονέρι.

Μετά τη μάχη, οι Γερμανοί δεν μπήκαν στο Καταφύγι. Ακολουθώντας ένα μονοπάτι από τα ακριανά σπίτια, κατευθύνθηκαν προς τη Σκούλιαρη. Στο χωριό παρέμειναν μόνο οι γέροντες και οι άρρωστοι.

Την 21η Δεκεμβρίου του ’43 οι Γερμανοί ξαναήρθαν στο χωριό και άρχισαν τη λεηλασία. Μπήκαν στο αρχοντικό του Μιρλιαούντα. Εκεί βρήκαν τον νεαρό Παύλο Μιρλιαούντα. Ο Γερμανός αξιωματικός πλησίασε στο χρηματοκιβώτιο και προσπάθησε να το ανοίξει. Ο Παύλος άρπαξε το πιστόλι του αξιωματικού και τον σκότωσε. Έπεσαν τότε απάνω του οι στρατιώτες και με κλοτσιές, γροθιές τον χτυπούσαν αλύπητα, τον έσυραν μέχρι την πλατεία, όπου τον κρέμασαν από το κλαδί μιας ιτιάς. Την άλλη μέρα το άψυχο σώμα του το έριξαν στη φωτιά και το έκαψαν.

Την ίδια μέρα οι Γερμανοί έβαλαν φωτιά στα σπίτια, σκότωσαν κι έκαψαν τους παρακάτω συμπατριώτες μας Καταφυγιώτες:

Τον Ιωάννη Τζιόκα τον πυροβόλησαν μέσα στο σπίτι του.

Τη Μαρία Παπλιώρη, γιαγιά κατάκοιτη, (μητέρα της Μαριάνθης Καρασίμου) την πυροβόλησαν στο κεφάλι μέσα στο σπίτι της.

Την Αγνή Γκάτζιου και το Δημήτριο Βλαχοδήμο τους πυροβόλησαν.

Την Αικατερίνη Φίτσιου την πυροβόλησαν στο δρόμο καθώς έφευγε.

Την Αικατερίνη Γκουτζιάνα και τον Αριστείδη Τσιουπλή τους πυροβόλησαν.

Την Ευθαλία Ζουζό, την περιτύλιξαν με άχυρα και την έκαψαν ζωντανή. Ήταν πολύ όμορφη γυναίκα, λένε οι Καταφυγιώτες.

Την Αικατερίνη Ζουζό, το Γρηγόριο Τσιτσιάνη και τον Ευάγγελο Καρά τους πυροβόλησαν.

Τον Αστέριο Βαρβαρέζο, την Αικατερίνη Βαρβαρέζου, τον Αστέριο Τσιάτσιο, την Αικατερίνη Ψαροδήμου, την Ευγενία Ζαραμπούκα, το Δημήτριο Γκουτζιομπίνη, τη Γιάννω Καραλέκα, την Ευφροσύνη Δανιήλ και τον Ευάγγελο Τσιώτσιο, τους πυροβόλησαν.

Όλους αυτούς τους πυροβόλησαν και τους σκότωσαν με τα φονικά όπλα ενός παρανοϊκού συστήματος, που προωθούσε αδίστακτα την υπερφίαλη πολιτική πρακτική μιας άριας, εκλεκτής φυλής, νοσηρών εγκεφάλων. Γέμισαν οι δρόμοι του Καταφυγίου με πτώματα ανθρώπων, που δεν είχαν πειράξει ποτέ άνθρωπο στη ζωή τους. Όταν έφυγαν οι Γερμανοί, τους μάζεψαν οι συγγενείς και τους έθαψαν.

Αυτά έγιναν στο Καταφύγι την 21η Δεκεμβρίου του 1943.

‘’Δεν σταματούν σ’ αυτό το φονικό. Κάνουν συλλήψεις. Συλλαμβάνουν όλους τους άντρες, κλείνουν τους μισούς στο Ταπητουργείο και τους υπόλοιπους στο Ναό του Αγίου Γεωργίου. Εδώ εκτυλίσσονται δραματικές σκηνές. Γυναίκες με σπαραγμό να αποχωρίζονται παιδιά και άντρες, να τους κοιτάζουν στα μάτια για τελευταία φορά, αφού όλοι οι άρρενες οδηγούνται στην εκτέλεση. Ο παπα-Γιάννης Γκουρμάνος και ο παπα-Λεωνίδας Παπαδιδασκάλου διαβάζουν στους συμπατριώτες τους-μελλοθάνατους συγχωρητικές ευχές. Ευτυχώς, δόξα τω Θεώ, η εκτέλεση δεν έγινε. Ήρθε, άγνωστο πώς, διαταγή από τη Θεσσαλονίκη, η εκτέλεση να μη γίνει’’, διηγείται με δάκρυα στα μάτια ο κυρ Νικόλαος Τζινίκος.

‘’Οι Γερμανοί έβαλαν φωτιά σε όλα τα σπίτια και τα έκαψαν. Συνέβη και το εξής θαυμαστό: Τρεις φορές έβαλαν φωτιά στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, αλλά η εκκλησία δεν κάηκε. Οι άλλες εκκλησίες κάηκαν. Κάηκε επίσης και το Σχολείο’’, καταλήγει ο κυρ Νίκος Τζινίκος.

Μετά την πυρπόληση οι άνθρωποι μάζεψαν τους νεκρούς τους, καμένους. Τα λείψανα των αγαπημένων τους προσώπων ήταν μαυρισμένα και αγνώριστα από τη φωτιά. Όσα βρέθηκαν, τα έθαψαν στο νεκροταφείο του χωριού.

Οι Καταφυγιώτες που επέζησαν από τη φρίκη της πυρπόλησης και των εκτελέσεων, εκδιώχτηκαν από τους Γερμανούς από το χωριό τους και εκτοπίστηκαν πέρα από τον Αλιάκμονα.

Μια αφήγηση της κ. Ευθαλίας Λιάλιου και κ. Ερμιόνης Τσακνάκη.

‘’Εμάς, μας κλείσανε στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Ήμασταν φορτωμένοι με πράγματα και ρούχα. Είχαμε επιστρέψει από το δάσος. Ήμασταν μόνες οι γυναίκες. Τους άντρες, τους κλείσανε όλους στην αστυνομία. Ήταν απόγευμα. Όλες κλαίγαμε. Άλλες τσιρίζανε. Μας είχαν πάρει τους πατεράδες μας. Φοβόμασταν ότι θα τους πάνε για εκτέλεση. Κλαίγανε οι γιαγιάδες και κοντά σ’ αυτές, κλαίγαμε κι εμείς τα κορίτσια. Ξημερώσαμε στον Άγιο Γεώργιο.

Πριν τα χαράματα άρχισαν ν’ ανάβουν οι φωτιές. Το τι γινόταν δύσκολο να το περιγράψουμε. Έσπαγαν τα τζάμια από τις φωτιές, ακούγονταν εκρήξεις, έβγαιναν οι φλόγες από τα σπίτια, πανικός μας είχε πιάσει.

Ξημερώνοντας ήρθαν οι Γερμανοί και άρχισαν να μας διώχνουν. Πού θα πηγαίναμε, δεν ξέραμε. Με τους άντρες που ήταν κλεισμένοι στην Αστυνομία δεν ήρθαμε σε επαφή. Μας έβγαλαν στο δρόμο. Τα σπίτια καίγονταν. Οι Γερμανοί κόβανε τα σύρματα στους μπαχτσέδες για να περνούμε από κει. Μερικοί Γερμανοί σπρώχνανε τους παππούδες, που δεν μπορούσαν να περπατήσουν. Άλλοι Γερμανοί παίρνανε στην αγκαλιά τους τα μωρά, για να διευκολύνουν τις μανάδες. Φορτωμένες και με τα πόδια φτάσαμε στο Βελβεντό με τη συνοδεία των Γερμανών.

Στο Βελβεντό μια ομάδα από γυναικόπαιδα, μας οδήγησαν στο Δημοτικό Σχολείο (το σημερινό). Μια άλλη ομάδα, γυναικόπαιδα πάλι, την είχαν κλείσει από την προηγούμενη μέρα στο «καμένο σχολειό» (σημερινό Πνευματικό Κέντρο). Αυτήν την ομάδα την φέρανε σ’ εμάς. Μας ένωσαν όλους μαζί και μας υποχρέωσαν να φύγουμε πέρα από τον Αλιάκμονα. Στο δρόμο ελάχιστοι κατάφεραν να ξεφύγουν τον έλεγχο και κρύφτηκαν σε σπίτια και σε αποθήκες στο Βελβεντό. Αυτοί ήταν ελάχιστοι.

Πρώτος σταθμός πέρα απ’ το ποτάμι ήταν ο Βαθύλακκος. Εμείς και άλλες οικογένειες κοιμηθήκαμε στην εκκλησία. Ήταν παραμονές Χριστούγεννα. Τις επόμενες μέρες σκορπιστήκαμε στα γύρω χωριά. Εμείς πήγαμε στο Ροδίτη. Οι άνθρωποι όλων των χωριών ήταν φιλόξενοι, πολύ καλοί. Μας έφερναν ψωμί και φαγητό. Μας βοήθησαν. Έρχονταν και οι Πρόεδροι και φέρνανε ψωμί. Τι ψωμί! Τι νοστιμιά! Αυτό το ψωμί δε θα το ξεχάσουμε ποτέ! Την πρώτη μέρα τα Χριστούγεννα κάθισε μαζί μας στο τραπέζι ο Πρόεδρος. Μια μέρα μας φέρανε φαγητό κότα βρασμένη με σιτάρι.’’.

Την καταγραφή των στοιχείων που αφορούν στην πυρπόληση του Καταφυγίου έκαμε ο π. Κωνσταντίνος (το 1986) συνομιλώντας με τους αυτόπτες των γεγονότων, το Νικόλαο Τζινίκο, Επίτροπο (σήμερα 89 ετών), τη Μαριάνθη Καρασίμου, Ερμιόνη Τσακνάκη και Ευθαλία Λιάλιου.

Πυρπόληση Σκούλιαρης:

Στη Σκούλιαρη έβλεπαν πέρα μακριά το Καταφύγι να καίγεται. Κατάλαβαν τι τους περίμενε και φρόντισαν να δράσουν συλλογικά για να σωθούν. Το κρύο πολύ. Όλα παγωμένα. Οι μάνες πήραν τα παιδιά στην αγκαλιά τους, λίγα πράγματα από τα σπίτια και από την εκκλησία, ό,τι μπορούσε ο καθένας. Βγήκαν από το χωριό και κρύφτηκαν μέσα σε σπηλιά (υπάρχει και σήμερα) πίσω στο βουνό.

Στη Σκούλιαρη οι ναζιστές σκότωσαν εφτά (7) συμπολίτες μας:

Οι κτηνοτρόφοι της Σκούλιαρης είδαν τη μεγάλη φωτιά στο Καταφύγι, ρώτησαν κι έμαθαν για το τι συνέβη εκεί και μετέφεραν τις πληροφορίες στο χωριό τους. Τότε οι κάτοικοι αποφάσισαν να εκκενώσουν το χωριό. Μαζί με το βιος τους, φρόντισαν να σώσουν και τα ιερά της εκκλησίας.

Χαρακτηριστική του κινδύνου και των τραγικών στιγμών είναι η αφήγηση της Μαρίας Καρανάτσιου, φανερώνοντας και το εκκλησιαστικό ήθος αυτών των απλών ανθρώπων:

‘’Στο ένα χέρι κρατούσα την ασημένια εικόνα της Κοίμησης της Θεοτόκου και στο άλλο χέρι το κορίτσι μου, τη Βάγια, ήταν τότε μωρό 40 ημερών. Τις εικόνες μαζί και τον πολυέλαιο τα κρύψαμε στο πυκνό δάσος για να τα σώσουμε. Ο καθένας πήγαινε να κρυφτεί όπου μπορούσε. Εμείς πήγαμε στο μαντρί μας, που ήταν προς την πλευρά του Καταφυγίου. Βλέπαμε τους Γερμανούς με μεγάλα ζώα να κατευθύνονται προς τη Σκούλιαρη. Ήταν πάρα πολλοί. Οι αντάρτες είχαν φύγει στο βουνό. Αποφασίσαμε να φύγουμε από την καλύβα. Οι σφαίρες έπεφταν γύρω μας σαν χαλάζι. Ο άντρας μου, ο Λάμπρος, χτυπήθηκε λίγο στα πλευρά’’.

Στο δρόμο προς τη Σκούλιαρη οι Γερμανοί συνάντησαν τρεις (3).

Τη Μαρία Ρήγα, που κουβαλούσε ψωμιά. Το Θωμά Γκαρμπούνη και το γιο του Δημήτριο. Τους σκότωσαν και τους τρεις.

Όταν οι Γερμανοί μπήκαν στο χωριό το βρήκαν σχεδόν άδειο. Είχαν φύγει όλοι. Τρεις κάτοικοι έμειναν στο χωριό. Ο Γεώργιος Μίχος, ο Ευθύμιος Σεραφείμ με τη γυναίκα του Δέσποινα. Τους σκότωσαν και τους τρεις. Τη γυναίκα πάνω στη σκάφη που ζύμωνε.

Σκότωσαν έξω από το χωριό και τον Απόστολο Ανδρεόπουλο.

Το πρώτο σπίτι που έκαψαν ήταν του Αντώνιου Λαναρά. Έκαψαν κι άλλα σπίτια, έκαψαν την εκκλησία και το σχολείο.

Ένα κλιμάκιο Γερμανών παρέμεινε στο χωριό. ‘’Ήμασταν κρυμμένοι στο βουνό. Είχαμε μαζί μας τις κότες, τα γουρούνια, ό,τι μπορούσαμε. Το κρύο αβάσταχτο, παγωνιά, κρούσταλλο. Φοβούμασταν να γυρίσουμε στα σπίτια μας’’, λένε σήμερα οι γιαγιάδες.

Αφηγείται στον π. Κωνσταντίνο, ο παππούς Αθανάσιος Ζουζός, στις 19 Νοεμβρίου 2006, στο Αρχονταρίκι της Ενορίας: ‘’Οι κάτοικοι, για να γλυτώσουν από την παγωνιά, αποφάσισαν να στείλουν αντιπροσώπους τους στο χωριό, να μιλήσουν με τους Γερμανούς και να διευκολύνουν την επιστροφή των υπολοίπων. Στείλανε τρεις. Τον Γεώργιο Ζουζό (πατέρα του Αθανασίου Ζουζό), τον Αντώνιο Μαλιάρα και το Γεώργιο Σταμάτη. Οι τρεις αυτοί υψώνοντας άσπρο μαντίλι σε ένα ξύλο, μπήκαν σώοι στο χωριό και παρακάλεσαν για την ασφαλή επιστροφή των συγχωριανών τους. Την πέτυχαν. Οι κάτοικοι επέστρεψαν. Μπήκαν στα σπίτια τους να ζεσταθούν. Δεν τους πείραξαν οι καταχτητές.’’.

Το παρακάτω περιστατικό, το αφηγήθηκε στον π. Κωνσταντίνο,  Βάια Σταμάτη, στις 19 Νοεμβρίου του 2006, στο Αρχονταρίκι της Ενορίας: ‘’Οι Γερμανοί έπιασαν στη Σκούλιαρη τη μητέρα μου, Μαρία Ζουζό, και την κατέβασαν στο Βελβεντό μαζί με το κοπάδι, 80 πρόβατα και τρεις αγελάδες περίπου. Τους έκλεισαν σε μια αλάνα, απέναντι από το σπίτι του γιατρού Νικολάου Βλατή. Τρεις μέρες έμεινε εκεί κλεισμένη η μάνα μου. Οι Γερμανοί έσφαξαν όλο το κοπάδι. Η μητέρα μου σώθηκε από το γιατρό Θωμά Παπαγεωργίου. Ο γιατρός ήξερε γερμανικά, παρακάλεσε για τη μάνα μου και τη γλύτωσε από εκτέλεση. Μετά την οδήγησε ο ίδιος μέχρι τα ‘’μπατάνια’’. Από εκεί ανέβηκε μόνη της με τα πόδια στο χωριό και διηγήθηκε όσα της συνέβησαν.’’.

Τα ιστορικά στοιχεία για την καταστροφή της Σκούλιαρης δόθηκαν (το 1986) στον π. Κωνσταντίνο από αυτόπτες των γεγονότων, τη Δέσποινα Στεργιοπούλου, τη Μαρία Καρανάτσιου, την Περιστέρα Τέτου, την Ελένη Στεργιοπούλου, τον Αντώνιο και Βάγια Τσέγκο, τη Βάγια Σταμάτη και τον Αθανάσιο Ζουζό.

Βελβεντό: Απαγχονισμός Στάμκου Κλίγγου.

Στο Βελβεντό τον Απρίλιο 1944 τα κατοχικά στρατεύματα των ναζιστών βασάνισαν ανηλεώς και κρέμασαν στο πλατάνι στα ‘’φιγκαταλώνια’’ το νεαρό παλικάρι Στάμκο Κλίγγο. Η πρότασή μας ήταν και παραμένει η αυτή: Να φιλοτεχνηθεί και να στηθεί η προτομή του Βελβεντινού μάρτυρα Στάμκου Κλίγγου στα ‘’φιγκαταλώνια’’ – στον τόπο της θυσίας του.

(Λεπτομερής αφήγηση στον π. Κωνσταντίνο από τον Γρηγόριο Φωκίδη αυτόπτη μάρτυρα στο βασανισμό του μάρτυρα Στάμκου Κλίγγου.)

Στο Βελβεντό εκτελέστηκαν από τα γερμανικά ναζιστικά στρατεύματα στη διάρκεια της Κατοχής:

Ο Γεώργιος Μπαλάνης και ο Μάρκος Σαμαράς. (Εκτελέστηκαν στο πίσω μέρος του Δημοτικού Σχολείου Βελβεντού)

Ο Ζήνων Τζατζάρης, ο Αντώνιος Καραδήμος, ο Ελευθέριος Μαργαρίτης o Γεώργιος Κακούλης και ο Χριστόδουλος Μαρκάλας. (Εκτελέστηκαν στην παλιά Γέφυρα του Αλιάκμονα στη Νεράιδα)

Ο Γεώργιος Χατζηιωάννου ή Μπαχασιώτας

Ο Περικλής και ο Ευθύμιος Λάπας, (πατέρας και γιος), εκτελέστηκαν στην τοποθεσία Προύτσιαβο, που τώρα έχει σκεπαστεί από τα νερά της λίμνης.

Ο Ζορμπάς, (το όνομά του δεν μας δόθηκε)

Οι δύο (2) αδερφοί Μπουντιό, (τα ονόματά τους δεν μας δόθηκαν, εκτελέστηκαν κοντά στην εκκλησία Παναγία της Κοζάνης σ’ ένα ύψωμα)

Ο Στάμκος Κλίγκος: Τον κρέμασαν οι Γερμανοί-χιτλερικοί σ’ ένα από τα πλατάνια στην περιοχή «φιγκαταλώνια» Βελβεντού, ύστερα από βασανιστήρια, αφού το γενναίο παλικάρι αρνήθηκε να προδώσει.

(Τα στοιχεία αυτά δόθηκαν στον π. Κωνσταντίνο Ι. Κώστα από τον Μάρκο Μπαλάνη, (10-12-2005), ο οποίος τα μετέφερε από τον Μάρκο Σιώμο, 90 ετών και την Άννα Μπαλάνη 93 ετών).

Παραθέσαμε όλο αυτό το πρωτογενές ιστορικό υλικό για την εσαεί επιβεβαίωση της ιστορικής αλήθειας, αλλά και για κάθε νόμιμα θεσμική διεκδικητική παρέμβαση για την ηθική πρωτίστως δικαίωση και κατ’ επέκταση για οποιασδήποτε μορφή αποζημίωσης για το κοινό καλό στους τοπικούς πληθυσμούς και τις κοινότητές τους.

ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ-ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ:

Ο ναζισμός, δυστυχώς, εμφανίζεται προκλητικά ξανά ως νεοναζισμός στο προσκήνιο των λαών της Ευρώπης και στη χώρα μας που με την ψήφο του λαού αποχτά δικαίωμα πολιτικής παρέμβασης, με αξιώσεις μεγέθυνσης του βεληνεκούς του.

Ο ναζισμός είναι εξ ορισμού ιδεολογία και οργάνωση εγκληματική. Το μίσος, η αλαζονεία και η απόρριψη του συνανθρώπου δεν είναι στοιχεία της χριστιανικής πίστης.

Η καταδίκη του νεοναζισμού (ρατσισμού-φυλετισμού) από υπεύθυνα πολιτικά και εκκλησιαστικά χείλη, μας βρίσκει σύμφωνους.


Η λεκτική (και μόνο αυτή) καταδίκη του νεοναζισμού, της ξενοφοβίας, του φονταμενταλισμού και του ρατσισμού-φυλετισμού (εξω-εθνικών ή εσω-εθνικών επιπέδων) δεν αρκεί για την ολοσχερή και μόνιμη εξάλειψη του απεχθούς φαινομένου.

Η ‘’βία στη βία’’ ενισχύει το φαύλο κύκλο της βίας. Δεν την επικροτούμε.

Πρέπει τάχιστα και ψύχραιμα να εντοπιστούν οι ιδεολογικές, κοινωνικές μήτρες εκκόλαψης του επικίνδυνου μορφώματος και να αντιμετωπιστεί το κακό στη ρίζα του με πνευματική, παιδαγωγική, πολιτική και κοινωνική αποτελεσματική μέθοδο και δημοκρατικό τρόπο. Η διαδικασία αυτή αργεί και είναι επώδυνη. Θίγονται συμφέροντα. Χρειάζεται προπαντός μετάνοια, αλλαγή στον τρόπο σκέψης και θέασης του συνανθρώπου.

Χρειάζεται να δούμε τον ‘’άλλο’’ ως εικόνα του Θεού, ως ισότιμο αδελφό, όχι ως απειλή. Και τη σχέση με αυτόν, ως αληθινό ενοποιητικό πολιτισμό και όχι ως ‘’τιμωρία (!)’’. Να πραγματοποιήσουμε δηλαδή το πασχάλιο πέρασμα από το σταυρό στην ανάσταση, από τον εγωκεντρισμό στην αλληλοπεριχώρηση της φιλοκαλίας, με υπέρβαση της έπαρσης και της μισαδελφίας, που υπονομεύουν την ανοιχτή φιλαδελφία-κοινωνικότητα.

Το ζητούμενο δεν είναι οι αποκλεισμοί και οι ζημιογόνες αντιπαλότητες στεγανοποιημένων χώρων. Το ζητούμενο είναι η δημιουργική σύνθεση παράδοσης και νεωτερικότητας. Χρειαζόμαστε για τούτο συνθέτες και όχι καθοδηγητές.

Οι πυρπολήσεις Παλαιογρατσάνου, Καταφυγίου, Σκούλιαρης-Δεκέμβρης του 1943 μαζί με άλλα παρόμοια τοπικά ιστορικά γεγονότα (λ.χ. Αιανής, 25 Ιανουάριου του 1944) που αφορούν στους τοπικούς πληθυσμούς, να καταγραφούν, να τεκμηριωθούν στις πρωτογενείς ιστορικές πηγές και με τη θεσμική ευθύνη και πρωτοβουλία τριών επιπέδων: του Δήμου Σερβίων-Βελβεντού, της Περιφερειακής Ενότητας Κοζάνης και της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας, συνηγορούσης και της εκπαιδευτικής κοινότητας να ενταχθούν ως μάθημα της ευρύτερης τοπικής ιστορίας στα σχολεία όλων των βαθμίδων. Θα είναι μια δικαίωση για τους αδικοχαμένους αδελφούς και μια ουσιαστική συμβολή στην παιδεία της νέας γενιάς.

Κλείνουμε με το ερώτημα - παράπονο του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου στην 70η επέτειο (13-12-2013) του Ολοκαυτώματος στα Καλάβρυτα: "πόσα χρωστάμε εμείς ως Έθνος στην Ευρώπη; Η Ευρώπη, μας αποζημίωσε ποτέ για τα θύματά μας; Ποιος θα σταθεί απέναντι στα θύματα και θα αποφασίσει πόσο αξίζουν;"

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...