Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012

Σκάνδαλα της τέχνης ή τέχνη του σκανδάλου;

Του Πρωτ. Βασιλείου Θερμού, Δρ. Θεολογίας
Αυτό το κείμενο εμπνέεται από τόν κατά καιρούς θόρυβο που ξεσπά με αφορμή κάποιο «σκανδαλώδες» ή «προσβλητικό» έργο τέχνης. Το γράφω για να βοηθήσω να αναδειχθούν οι αντιφάσεις και των δύο πλευρών που εμπλέκονται σε αυτόν τον δημόσιο διάλογο, συντηρητικών και προοδευτικών (εξαιρώντας βέβαια τους ψηφοθηρούντες πολιτικούς). Και κατ’ αρχήν ας δούμε τους συντηρητικούς, που συνήθως
είναι πιστοί χριστιανοί.
Το βασικό επιχείρημα με το οποίο δικαιολογούν τις αντιδράσεις τους είναι η προσβολή θρησκευτικών συμβόλων. Πράγματι, έτσι έχουν απολύτως τα πράγματα. Άν αφήσουμε κατά μέρος την καταστροφή των έργων με την οποία όλοι διαφωνούμε, το ερώτημα παραμένει: αποτελεί η δημόσια αντίθεση τους τον καλύτερο τρόπο δράσης; Ή μήπως οδηγεί σε μεγαλύτερη διαφήμιση του βλάσφημου έργου και ευρύτερη γνωστοποίηση του περιεχομένου του; Κάθε φορά που κατέφυγαν στη δικαιοσύνη ή διατυπώθηκε δημόσιος λόγος διαμαρτυρίας, τα ΜΜΕ σπεύδουν να ζητήσουν γνώμες «πνευματικών ανθρώπων», τα τηλεπαράθυρα φιλοξενούν τις γνωστές συζητήσεις που δεν οδηγούν πουθενά, το δε βλάσφημο κινηματογραφικό έργο ή βιβλίο πραγματοποιεί «τρελλές» πωλήσεις. Το φαινόμενο παρουσιάζει πλέον μια θλιβερή επαναληπτικότητα.
Το πρόβλημα με τους διαμαρτυρόμενους πιστούς είναι ότι, ενώ έχουν δίκιο στην ουσία, ενεργούν με αναχρονιστικές μεθόδους οι οποίες είχαν αποτελεσματικότητα στην εποχή πριν διαμορφωθεί το σημερινό τοπίο των ΜΜΕ. Τότε η δημόσια διαμαρτυρία δεν είχε το βεληνεκές που λαμβάνει σήμερα που κάποιοι δημοσιογράφοι, μόλις καταγγελθεί ένα έργο τέχνης, ενεργούν προκλητικά από αντίδραση, βάζοντας την επίμαχη εικόνα σε κάθε σπίτι. Επί πλέον, πριν από δεκαετίες οπότε διαμορφώθηκε το σημερινό νομικό πλαίσιο, η δικαιοσύνη ήταν αυστηρότερη με την προσβολή θρησκευτικών συμβόλων, αποδιδόταν με ταχύτερους ρυθμούς, είχε δε και την καθολική συναίνεση της κοινωνίας.

Στην πραγματικότητα οι συντηρητικοί θρησκευόμενοι μαρτυρούν με την συμπεριφορά τους ότι ακόμη νομίζουν πως ζουν σε μια εποχή πατερναλιστική, όπου οι ακραίοι και προκλητικοί βρίσκονται στο περιθώριο και θριαμβεύει το δίκαιο. Αλλά είναι γνωστό ότι σήμα κατατεθέν της μετανεωτερικότητας παραμένει η αποδόμηση και αποκαθήλωση των παραδοσιακών αξιών, στο δε ακραίο και προκλητικό αποδίδεται ισοτιμία με οποιαδήποτε άλλη στάση. Εξ άλλου, στον πολιτισμό της εικόνας που ζούμε ισχύει μια νέα καταστατική αρχή: «δεν υπάρχει καλή και κακή δημοσιότητα, υπάρχει μόνο δημοσιότητα». Επειδή η μετανεωτερικότητα τούς είναι ψυχικά απολύτως ξένη, αγνοούν όλες αυτές τις εξελίξεις, δεν έχουν συνήθως καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα και δεν μπορούν να εκτιμήσουν ούτε και τις επιτυχημένες στιγμές της μοντέρνας τέχνης. Έτσι, παρά τη θέληση τους, η αντίδραση τους καταλήγει σε υποκρισία, διότι συντελούν σε μεγαλύτερο διασυρμό των συμβόλων. Αν θέλουμε να ενεργήσουμε με τους όρους της εποχής μας, απέναντι σε τέτοια προκλητικά έργα η καλύτερη αντίδραση είναι η σιωπή και η παράδοση τους στην αφάνεια. Αλλιώς παίζουμε το παιγνίδι τους που είναι η τέχνη να προκαλούν σκόπιμα σκάνδαλο.
Από την άλλη πλευρά έχει περισσέψει επίσης η υποκρισία δημοσιογράφων και καλλιτεχνών. Η ομοβροντία των τυποποιημένων δηλώσεων για την ελευθερία της καλλιτεχνικής έκφρασης, οι οποίες εγγίζουν πλέον τα όρια ενός συλλογικού υπερεγώ πολιτικής ορθότητος, παραβλέπει μερικές οφθαλμοφανείς πραγματικότητες. Κατ’ αρχήν της διαφεύγει ο έντονα ιδεολογικός χαρακτήρας ορισμένων ακραίων έργων. Οι ίδιοι οι καλλιτέχνες δηλώνουν συχνά ότι σκοπός τους ήταν να σοκάρουν. Υπό τέτοιους όρους γιατί σπεύδουν κάποιοι να ευνουχίσουν τον αντίλογο «αποστειρώνοντας» το έργο στο όνομα μιας φαντασιακά καθαρής καλλιτεχνικής ιδιότητας;
Η δημιουργία καλλιτεχνικών έργων ως ιδεολογικά στρατευμένη πράξη δεν τους αφαιρεί το δικαίωμα να υπάρχουν, αλλά τα εκθέτει στη δημόσια ιδεολογική αντίστοιχη κριτική. Αν κάποιοι καλλιτέχνες και δημοσιογράφοι αυτό δεν το αντιλαμβάνονται και διακηρύσσουν πως η τέχνη βρίσκεται υπεράνω ιδεολογικής κριτικής, τότε είναι ανίκανοι να προστατέψουν τον χώρο της τέχνης από ατάλαντους που τη μεταχειρίζονται για να εκφραστούν πρωτίστως ιδεολογικά ή από απλώς κομπλεξικούς Ηρόστρατους οι οποίοι χρησιμοποιούν την τέχνη ως σημαία ευκαιρίας προκειμένου να ξεφύγουν από την ανωνυμία έστω και μέσα από την καταστροφικότητα.

Αλλά και κάτι άλλο διαφεύγει της προσοχής τους, το οποίο μάλιστα μπορεί να λάβει και επικίνδυνες διαστάσεις. Πώς θα αντιδρούσαν οι τώρα φωνασκούντες αν κάποιος καλλιτέχνης αποφάσιζε να δημιουργήσει π.χ. μια μοντέρνα σύνθεση ή ένα χάπενινγκ τέτοιο που να προσβάλλει προκλητικά π.χ. την αλβανική σημαία; Δεν θα τον έλεγαν εθνικιστή; Κάτι ανάλογο θα μπορούσε επίσης να συμβεί με εβραϊκά σύμβολα· δεν θα έσπευδαν τότε οι ίδιοι να τον χαρακτηρίσουν αντισημίτη; Θα συνέχιζαν να διακηρύσσουν πως η καλιτεχνική δημιουργία βρίσκεται στο απυρόβλητο; Οι τυποποιημένες δηλώσεις για την καλλιτεχνική ελευθερία εγγίζουν πλέον την πολιτική ορθότητα, χωρίς να λείπουν ο υπολογισμός και η μεροληψία. Με βρίσκουν ριζικά αντίθετο εκδηλώσεις φανατισμού και μισαλλοδοξίας. Προσβολές (πραγματικές ή φανταστικές) θρησκευτικών συμβόλων αξίζουν την αδιαφορία των πιστών, αλλιώς είναι η θρησκεία που ζημιώνεται. Ελάτε, όμως, που σήμερα συστηματικά εξευτελίζονται και αποδυναμώνονται τα σύμβολα της ανθρωπότητας, ιδιαίτερα μέσω της διαφήμισης, κάτι που κατάγγειλε με οξυδέρκεια ο Νηλ Πόστμαν. (Θυμηθήτε την απεικόνιση του Μυστικού Δείπνου για διαφήμιση αρώματος ή της Οδύσσειας για διαφήμιση τσιγάρων). Ένα τέτοιο ευαίσθητο και ήδη πληγωμένο πεδίο χρειάζεται προστασία. Υπονόμευση συμβόλων δημιουργεί μακροπρόθεσμα λαούς απλώς καταναλωτές, χωρίς μνήμη.
Αν δεν προστατευθούν οι θρησκείες με την κοινή αλληλεγγύη όλων μας, ποιός θα εμποδίσει την τέχνη να γίνει άλλοθι στα χέρια της μισαλλοδοξίας και του φονταμενταλισμού και μάλιστα στο σύγχρονο παγκόσμιο κλίμα που γνωρίζουμε όλοι;
Φυσικά οι δήθεν προοδευτικοί κύκλοι δεν μπορούν να σκεφθούν τα παραπάνω διότι τους βολεύει που οι μέχρι τώρα προκλητικές ενέργειες (τουλάχιστον στην Ελλάδα) έχουν γίνει μόνο σε βάρος των χριστιανικών συμβόλων (λόγω της σύνδεσης της τέχνης με την αθεΐα και την αντιθρησκευτικότητα για συγκεκριμένους ιστορικούς λόγους), πράγμα που τους εκφράζει στην πλειονότητα τους όπως είναι φανερό. Αν όμως μια τέτοια υβριστική πράξη λάμβανε χώρα από χριστιανό καλλιτέχνη σε βάρος άλλης θρησκείας, θα έσπευδαν με την ίδια ορμή να υπερασπιστούν την ελευθερία της έκφρασης; Τότε η αντίφαση τους θα αποκαλυπτόταν.
Σήμερα προσβαλλόμαστε οι χριστιανοί, αλλά αργά ή γρήγορα θα έρθει η σειρά άλλων, που θα πληρώνουν το τίμημα της σημερινής σιωπής των διανοουμένων. Αυτό στο οποίο όλοι μπορούμε να συμφωνήσουμε είναι πως οι θρησκείες (και αυτές που μας αρέσουν και αυτές που απεχθανόμαστε) αποτελούν πτυχές του ανθρώπινου πολιτισμού. Αν δεν τύχουν της αλληλεγγύης όλων μας, πιστών και αθέων, ποιός θα εμποδίσει την τέχνη να γίνει εργαλείο του φανατισμού και άλλοθι του φονταμενταλισμού; Λειτουργούμε απερίσκεπτα και ανώριμα, οπότε θα εισπράξουμε θύελλες.
Αν η ελευθερία απέναντι στα σύμβολα έχει όρια, είναι για τον ίδιο λόγο που καμία κυβέρνηση δεν δικαιούται π.χ. να εκποιήσει την Ακρόπολη σε ιδιώτες προκειμένου να καλύψει ελλείμματα του προϋπολογισμού. Ή για τον ίδιο λόγο που κανένα σχολείο δεν θα μπορέσει ατιμώρητα να μεταχειριστεί τη σημαία του όταν τελειώσουν τα σφουγγαρόπανα. Τα σύμβολα μας θυμίζουν αυτό που έχει ξεχάσει ο καπιταλισμός: ότι δεν είναι ο άνθρωπος αχαλίνωτος, δεν του επιτρέπονται όλα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πιο «άγριοι» καπιταλιστές επικαλούνται διαρκώς την ατομική ελευθερία της έκφρασης.
Οι διανοούμενοι, οι καλλιτέχνες και οι δημοσιογράφοι οφείλουν να λάβουν θέση αλληλεγγύης απέναντι στα σύμβολα της ανθρωπότητας και να μην αφήνουν το έργο αυτό στις θρησκείες ώστε κατόπιν να τις κατηγορήσουν υποκριτικά για αναχρονιστική και συντεχνιακή νοοτροπία. Βρισκόμαστε μπροστά σέ μια συνειδητή πονηριά.
Αν θέλουμε να μην είμαστε κάθε λίγο στο ίδιο έργο θεατές παρατηρώντας τους αναμενόμενους και γι’ αυτό ανιαρούς ρόλους των εμπλεκομένων, χρειάζεται εντιμότητα καί θάρρος. Είτε χτυπιέται η αισθητική στο όνομα της ιδεολογίας από τους μεν, είτε παραβλέπεται η ιδεολογία στο όνομα της αισθητικής από τους δε, και τα δύο είναι συμπτώματα μιας ανώριμης κοινωνίας. Και μας είναι ήδη φανερό από πολλές αφορμές πως η νεοελληνική κοινωνία παραπαίει και ως προς την ιδεολογία και ως προς την αισθητική.
Το παραπάνω κείμενο του π. Βασιλείου Θερμού έχει δημοσιευθεί στο βιβλίο του "Διαδρομές αγάπης και γνώσης" (εκδόσεις Αρχονταρίκι)

Πηγή εδώ
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...