Τρίτη, 8 Ιουλίου 2014

Φωτογραφίες από την εορτή του Αγίου Προκοπίου στην καρδιά της Κυνουρίας

+ Ιερεύς Ιωάννης Σουρλίγγας
Ανάμεσα στους ορεινούς όγκους του Πάρνωνα και στα όρια της παλαιάς Επισκοπής Ρέοντος και Πραστού, βρίσκεται η Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου Καρυάς, μια Μονή με πλούσια ιστορία.
Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος συνεχίστηκε η παράδοση που θέλει η Ιερά Μονή να πανηγυρίζει την μνήμη του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Προκοπίου.

Από νωρίς το απόγευμα της Δευτέρας 7ης Ιουλίου 2014 πλήθος πιστών από την Κυνουρία και ευλαβείς Τσάκωνες, ανηφόρισαν προς το καστρομονάστηρο της Καρυάς για να τιμήσουν τον Άγιο Προκόπιο αλλά και τον έφορο της Μονής Άγιο Νικόλαο.
Tων Ιερών Ακολουθιών προέστη ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μαντινείας και Κυνουρίας κ.κ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, συνεπικουρούμενος από τον Ηγούμενο της Μονής π. Δαμασκηνό καθώς και από Ιερείς, διακόνους και μοναχούς της Ιερά Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας.

Η Ιερά Μονή Καρυάς, είναι κτισμένη στο κέντρο της Κυνουρίας, αποκαλύπτεται στον επισκέπτη σαν μια απαραβίαστη μεταβυζαντινή μορφή μοναστηριού του Μοριά, είναι κτισμένη σε υψόμετρο 870μ. και βρίσκεται μεταξύ δύο υψωμάτων: του μεσαιωνικού κάστρου του Οριόντα και της Παλιόχωρας.

Οι ονομασίες Πρασιές, Βρασιές, Πράσιοι τόποι, Ορειοί, Τυρός, Τυρίτης Απόλλων, είτε ως απηχήσεις αρχαίων πολιτισμών, είτε ως τοπωνύμια συνδέσεως με την Βασκίνα και την Παλιόχωρα, προσφέρουν υλικό για αναζήτηση αρχαίων λακωνικών πόλεων, όσο και συσχετίσεων αυτών προς τα μεσαιωνικά δεδομένα. Ο αρχικός Τυρός, που σήμερα έχει μετακινηθεί στον παραλιακό Τυρό, αποτελούσε για τη μονή Καρυάς τον εγγύτερο ακμαίο οικισμό απέναντι από την Παλιόχωρα. Μεταξύ των παλιών ναών που έχουν διατηρηθεί στον παλαιό Τυρό είναι και το μετόχι της Καρυάς. Στη μονή, νεώτερος ναός του Αγίου Νικολάου έχει καταλάβει τη θέση του παλαιότερου, από τον οποίο έχουν διατηρηθεί κάποια τμήματα τοίχων με ίχνη τοιχογραφίας.

Λίγο χαμηλότερα από το Καρακοβούνι υπάρχει το νεκροταφείο της μονής και ο κοιμητηριακός ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Πιθανόν ανακαινισμένος, σήμερα ταυτίζεται με το καθολικό της παλαιάς μονής Καρακοβουνίου των μέσων περίπου του 18ου αιώνα. Πρόκειται για σχετικώς μεγάλων διαστάσεων ναό σε σχήμα εγγεγραμμένου σταυρού με οκτάπλευρο τρούλο, τρίπλευρη κόγχη και καμπαναριό. Η κάλυψη των στεγών είναι παλαιά με σχιστολιθικές πλάκες και εν μέρει με κεραμίδια. Οπωσδήποτε στον χώρο αυτό του ορεινού Καρακοβουνίου ένα άγνωστο μοναστήρι προστίθεται στην περιοχή της παραδοσιακής Τσακωνιάς.

Έξω από τον περίβολο της μονής Καρυάς βρίσκεται η πηγή της και δίπλα νεοφυτεμένη μια καρυδιά. Την ονομασία «Καρυά ή Καρέα» φέρει ανέκαθεν η μονή ως σύμφυτη επωνυμία, σχεδόν από την ίδρυσή της και έχει διάφορες ετυμολογικές ερμηνείες. Μέσα στις γραπτές μαρτυρίες, σε έγγραφα και επιγραφές θα βρούμε την παραλλαγή «Καρέας». Δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί αν αυτό υπήρξε όνομα κτήτορα το οποίο αργότερα παρεφθάρη σε «Καρυά». Κοντά στα ερείπια της Παλιόχωρας υπάρχει τοποθεσία που λέγεται «Καρυά», από την οποία μπορεί η μονή να έλαβε την ονομασία της. Ωστόσο, το τοπωνύμιο «Καρυά» είναι διαδεδομένο σε όλον τον ελληνικό χώρο και το δέντρο της καρυδιάς (καρυάς), που φυτρώνει κοντά σε πηγές και νερά, είναι πάντα η πιο πρόχειρη ετυμολογική ερμηνεία.

Άλλοι πάλι συσχετίζουν την Λακωνική Τσακωνιά με τις Καρυές και την λατρεία της Καρυάτιδος Αρτέμιδος, ενώ κάποιοι άλλοι ερευνητές συσχετίζουν το «Καρυά» με το τούρκικο “Kahrie” που σημαίνει «χώρα». Πραγματικά, νότια και σε μικρή απόσταση από τη μονή βρίσκονται τα ερείπια της Παλιόχωρας.

Σημαντικό στοιχείο για το τοπωνύμιο της μονής είναι ένα τούρκικο έγγραφο, χρονολογίας 1620 -1621, στο οποίο ένας ναός, ο Άγιος Νικόλαος (το καθολικό πιθανόν της ιδρυμένης μετά ένα χρόνο [το 1622] μονής Αγίου Νικολάου) επισημαίνεται στη θέση «Λέντι». Η τοποθεσία «Λέντι», πιθανόν και «Λένι», συγγενεύει με το διατηρημένο όνομα του υψώματος «Λενιώ» προς ανατολικά της μονής. Αλλά το προσωνύμιο «Καρέας» ή «Καρυάς» δεν αναφέρεται στο τούρκικο έγγραφο του 1621. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι ο Παυσανίας (ΙΙ, 38, 4-7) φεύγοντας από τη Θυρέα για τη Λακωνική, συναντάει τοποθεσία «εις τας Καρύας» (χώρος της Αρτέμιδος και των Νυμφών). Μήπως η Καρυά έχει κάποια σχέση με «τας Καρύας»;
Κυριότερη και ασφαλέστερη γραπτή μνεία για τον ιστορικό βίο της μονής Αγίου Νικολάου αποτελούν δύο τουρκικά έγγραφα των ετών 1620 και 1621. Το πρώτο από αυτά είναι φιρμάνι του σουλτάνου Οσμάν Β΄ με χρονολογία Εγίρας και αναφέρεται στους φορολογούμενους του χωριούΠραστός, οι οποίοι σύμφωνα με το έγγραφο συναντούν δυσκολία εξαιτίας των φόρων να επισκευάσουν την παλιά εκκλησία τους στο όνομα του Αγίου Νικολάου, που βρίσκεται πλησίον του χωριού τους. Εκτός από το φιρμάνι αυτό του 1620, υπάρχει και ιεροδικαστική απόφαση κατά το επόμενο έτος (1621), αναφερόμενη στο φιρμάνι, με αίτημα σαφές για την επισκευή του ναού. Επετράπη λοιπόν -σύμφωνα και προς το φιρμάνι- η επισκευή του ναού στις διαστάσεις του, χωρίς άλλη μεταβολή και προσαύξηση. Από τα τουρκικά αυτά έγγραφα προκύπτει ότι πιθανόν ο ναός στον οποίο αναφέρονται δεν είναι άλλος από το σημερινό καθολικό της μονής. Επομένως, μπορούμε να θεωρήσουμε τα έτη 1621 και 1622 ως έτη επισκευής – ανακαίνισης του παλαιότερου καθολικού της μονής του Αγίου Νικολάου.

Τον Απρίλιο του 1622 απολύεται πατριαρχικό σιγίλλιο του πατριάρχη Κυρίλλου Α΄ του Λουκάρεως με την σύμπραξη του Πατριάρχου Ιεροσολύμων Θεοφάνους και η νεοϊδρυθείσα μονή καθιερώνεται ως σταυροπηγιακή. Το σιγίλλιο αυτό βρίσκεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη Παρισίων και αποτελεί βασική πηγή για την ιστορία της μονής.

Αφού συγκροτήθηκε η μονή, πρώτο μέλημα των μοναχών υπήρξε η τοιχογράφηση του καθολικού. Για τον λόγο αυτό βρέθηκαν χορηγοί, οι τρεις αδελφοί Κανίκλη και ο Λέος Βρεστετήρας, που διέθεσαν τη σχετική αμοιβή στον καλύτερο ζωγράφο της εποχής, τον Γ. Μόσχο ο οποίος ήρθε στη μονή από το Ναύπλιο, μαζί με το συνεργείο του. Η τοιχογράφηση του ναού πραγματοποιήθηκε, σύμφωνα και με τη σχετική επιγραφή το 1638. Μόνο το δάπεδο έμεινε την εποχή εκείνη ακάλυπτο, μέχρι το 1734 οπότε ο ηγούμενος Λαυρέντιος Κωστάκης δαπάνησε χρήματα για την επίστρωση του δαπέδου του καθολικού. Στη θέση του ομφαλίου τοποθετήθηκε ανάγλυφος δικέφαλος αετός και γύρω του άλλα ανάγλυφα από το φυτικό και ζωικό κόσμο.

Έως το 1857 διάφορα αφιερώματα και πολλά πωλητήρια, 50 στο σύνολο, καταγράφουν μία διαδρομή ζωής της Καρυάς 223 χρόνων (από το 1634). Σε αυτό το διάστημα η Μονή αυξάνει σημαντικά την κτηματική της περιουσία. Από τα σωζόμενα δικαιοπρακτικά έγγραφα μαρτυρούνται αγορές κτημάτων σε διάφορες τοποθεσίες, καθώς και αφιερώσεις χριστιανών μέχρι το τέλος του 18ου αιώνα. Έτσι λοιπόν η μονή απέκτησε μία τεράστιας έκτασης κτηματική περιουσία, από την καλλιέργεια της οποίας εισέπραττε καρπούς και χρήματα. Τελευταία αγορά σημειώνεται κατά το έτος 1784.

Κατά την περίοδο της Ενετικής κατακτήσεως φαίνεται πως οι μοναχοί συμβιβάστηκαν με το νέο καθεστώς, συμπορευόμενοι και με τον οικείο επίσκοπο Ρέοντος Ιάκωβο τον Σαλούφα, αφού είναι γνωστό ότι οι Ενετοί φρόντισαν να διακόψουν κάθε επαφή της Πελοποννησιακής Εκκλησίας με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.

Κατά την περίοδο της δεύτερης Τουρκοκρατίας (1715 – 1821), οπότε οι Τούρκοι επέστρεψαν διώχνοντας τους Ενετούς με βίαιες συγκρούσεις επί του ελληνικού εδάφους, τόπος και λαός υπέστησαν τα πάνδεινα.

Το 1770 η μονή λεηλατείται από τους Αλβανούς και οκτώ χρόνια αργότερα ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ ανανεώνει το σταυροπηγιακό της προνόμιο.

Συστατικό έγγραφο του 1782 του επισκόπου Ρέοντος και Πραστού Ιωσήφ, αναφέρει πως η μονή υπέφερε οικονομικώς. Για το λόγο αυτό αναφέρεται ότι ο ηγούμενος Ιωάσαφ ανέλαβε περιοδεία μεταφέροντας τμήματα αγίων λειψάνων που διέθετε η μονή για να συλλέξει χρήματα.

Τον Απρίλιο του 1798 απολύεται σιγίλλιο του πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄, όπου ανανεώνεται η σταυροπηγιακή αξία της μονής. Περίπου σύγχρονα με τα σιγίλλια είναι και τα πατριαρχικά γράμματα του Γρηγορίου Ε΄ προς τα σταυροπηγιακά μοναστήρια, για να τους αναγγείλει την αποστολή των συνοδικών σιγιλλίων και να επιστήσει την προσοχή των μοναχών επί των διατάξεών τους. Η εξάρτηση της μονής από το Πατριαρχείο δεν διεκόπη. Οι μοναχοί κατέβαλλαν έναντι (σωζόμενων) εξοφλητικών αποδείξεων τα ετήσια τέλη και μνημόνευαν το όνομα του εκάστοτε Πατριάρχου, ενώ διατηρούσαν καλές σχέσεις και με τον αρχιερέα του τόπου. Αυτό μαρτυρείται από σωζόμενη γραπτή πηγή, η οποία αναφέρεται στην καταδυνάστευση του τόπου από τους Αλβανούς μετά την ένοπλη εξέγερση του 1770. Πολλές φορές επίσης οι μοναχοί κατέφυγαν στο Πατριαρχείο και ανανέωσαν το σταυροπηγιακό προνόμιο μετά την επανεγκατάσταση των Τούρκων (1715) και μετά την εξόντωση των Αλβανών (1779).

Στα χρόνια της Επανάστασης ο ηγούμενος Ιωσήφ παίρνει μέρος στον Αγώνα και η μονή προσφέρει χρήματα για τις ανάγκες του Αγώνα. Το 1829 μάλιστα στην προσπάθεια του Καποδίστρια για την ανέγερση σχολείων, η μονή δίνει 200 τάλληρα δίστηλα. Το ίδιο έτος τα μοναστήρια Ορθοκωστάς, Καρυάς, Ρεοντινού, Εγκλειστουρίου και Σίτζας δέχονται τα συγχαρητήρια του πρώτου Κυβερνήτη για την συνεισφορά τους στον φωτισμό της νεολαίας, καθώς είχε εκδοθεί διαταγή να συνεισφέρουν τα μοναστήρια για να συσταθεί Σχολή. Αυτή η προσφορά της μονής συνεχίζεται και μετά τη διατήρησή της το 1834. Ο ηγούμενός της Ιωσήφ Κριμίτζος πήρε μάλιστα μέρος στον Αγώνα και του απενεμήθη παράσημο για αυτή την συμβολή του το 1844 από το Όθωνα.

Στη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης η μονή δεν υπέστη καταστροφές, ακόμη και κατά τη φοβερή επιδρομή του Ιμπραήμ Πασά στην Τσακωνιά, το 1828, οπότε πυρπολήθηκε ο Πραστός. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον τουρκικό ζυγό, η μονή με τους 11 τότε μοναχούς της δεν διαλύθηκε, αλλά παρέμεινε σε λειτουργία. Η βαθμιαία παρακμή της επήλθε κατά τον 20ο αιώνα οπότε η μονή εγκαταλείφθηκε. Για ένα μεγάλο διάστημα ως το 1994, παρέμεινε υπό την εποπτεία των μονών Λουκούς και Αρτοκωστάς. Το 1970 μάλιστα η μονή μετατρέπεται σε γυναικεία, ως μετόχι της μονής Λουκούς. Για αρκετά μεγάλο διάστημα παρέμεινε εκτός λειτουργίας, έως το Νοέμβριο του 1993, οπότε με προεδρικό διάταγμα έγινε επανασύστασή της. Με ενέργειες όμως της Ιεράς Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας, επανδρώθηκε και άρχισε να λειτουργεί από 13.4.1994 με μικρή συνοδεία υπό τον ηγούμενο Καλλίνικο Πουλή. Οι μοναχοί καταγίνονταν με ζήλο στη συντήρηση και αναστήλωση των κτισμάτων της Μονής, τη γεωργία και την οικόσιτη κτηνοτροφία, για να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα προς το ζην.

Σήμερα ο Άγιος Νικόλαος Καρυάς διοικείται από Επιτροπή υπό την προεδρία του αρμοδίου Μητροπολίτου Μαντινείας και Κυνουρίας. Τα τελευταία χρόνια έγινε πλήρης κτηριακή ανακαίνιση (σε εξοπλισμό γενικό και ειδικό για άνετη λειτουργία και φιλοξενία), όμως με απόλυτο σεβασμό στη μοναστηριακή παράδοση. Η μονή εορτάζει την μνήμη του Αγίου Νικολάου στις 6 Δεκεμβρίου, αλλά και στις 8 Ιουλίου τη μνήμη του μεγαλομάρτυρος Προκοπίου.
Εξ αιτίας παλαιοτέρων καταστροφών, που σχετίζονται με τις πολεμικές περιπέτειες του τόπου και με θεομηνίες -κυρίως σεισμούς- αλλά και νεωτέρων καταστροφών, που οφείλονται συνήθως σε προσπάθειες εκσυγχρονισμού των μνημείων, ελάχιστα πια μοναστηριακά σύνολα έχουν απομείνει στην Πελοπόννησο, αλλά και στην χώρα γενικότερα, τα οποία διατηρούν τον αρχιτεκτονικό χαρακτήρα που αυτά είχαν μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα. Η μονή Καρυάς είναι αναμφίβολα ένα από αυτά. Το σχετικά μικρό, αλλά σημαντικό κτηριακό της συγκρότημα έχει υποστεί περιορισμένες επεμβάσεις στα μεταπολεμικά χρόνια. Αποτέλεσμα είναι να διατηρεί όχι μόνο παλιά μορφολογικά και κατασκευαστικά στοιχεία, αλλά και σε εντυπωσιακό βαθμό τον αδρό χαρακτήρα των ελληνικών μοναστηριών, τα οποία -εκτός από χώροι ασκήσεως του πιστού στην αρχαία εκκλησιαστική παράδοση του ορθοδόξου μοναχισμού- αποτελούσαν μονάδες της προβιομηχανικής, παραδοσιακής αγροτικής παραγωγής.
Η σημερινή μορφή του μοναστηριακού συγκροτήματος εμφανίζει νέα όψη, όχι όμως ως προς τα κύρια και βασικά του γνωρίσματα, τα οποία δεν έχουν υποστεί αλλοίωση. Μάλιστα, η όψη του μοναστηριού είναι ίδια με αυτήν που παρουσίασε προ 30ετίας ένας ειδικός μελετητής: «αξιοπρόσεκτο χαρακτηριστικό είναι ότι Καθολικό και κελλιά συντάσσονται προς τα γνωρίσματα του εδάφους και του περιβάλλοντος. Το κτηριακό συγκρότημα δεν έρχεται σε αντίθεση προς το τοπίο. Με τη διάταξη των κελλιών σχηματίζεται κεφαλαίο γράμμα Π, του οποίου η επιστέφουσα τα δύο βραχέα σκέλη κεραία είναι η κυριότερη γραμμή του σχήματος και είναι βορεινή (ακριβέστερα ΒΔ), επομένως λούεται στις ηλιακές ακτίνες καθ’ όλην την ημέρα, εφ΄όσον βλέπει προς τα ΝΔ, ενώ τα μικρότερα σκέλη έχουν διαφορετικό προσανατολισμό. Το άνοιγμα του Π καταλαμβάνει το Καθολικό, ενώ του όλου συγκροτήματος κενό είναι λιθόστρωτος περίβολος, μήκους 30 περίπου μέτρων και μεγίστου πλάτους 10 μέτρων».
Το κτηριακό συγκρότημα της μονής Καρυάς, διαστάσεων περίπου 40 x 20 μέτρα, αποτελείται από τρείς πτέρυγες μοναστηριακών κτισμάτων διατεταγμένων σε σχήμα Π, γύρω από μια επιμήκη αυλή. Έχει σχήμα παραλληλογράμμου. Οι δύο πλευρές της συγκροτούνται με διώροφα κτήρια, χωρίς να απομακρύνεται από την καθιερωμένη παράδοση της δημιουργίας στοών σε διαδοχή ως προς τους ισογείους χώρους, που προορίστηκαν για αποθήκες παντός είδους. Η τρίτη, η νοτιοδυτική πλευρά αποτελείται από ένα τριώροφο κτήριο, ενώ η τέταρτη, η νοτιοανατολική, από τον κεντρικό ναό, ένα άλλο κτίσμα και την πύλη της εισόδου. Από την τοξωτή πύλη εισέρχεται ο επισκέπτης στην πλακόστρωτη αυλή, που περιβάλλει από τις τρείς πλευρές το ναό. Σε αυτήν ανοίγονται τα οικήματα της Καρυάς, τα οποία είναι στεγασμένα με πλάκες σκουρόχρωμες σχιστολιθικές, όπως και ο ναός της. Είναι επιχρισμένα με αμμοκονία, ενώ σε μερικά σημεία διακρίνεται αργολιθοδομή.
Η άνοδος στον δεύτερο όροφο διευκολύνεται με λίθινες σκάλες καλής κατασκευής. Η κάλυψη των στεγών στα κελλιά και στο καθολικό γίνεται με εγχώριες πλάκες χρώματος τέφρας. Το μεγαλύτερο τμήμα της δυτικής πτέρυγας του μοναστηριακού συγκροτήματος καταλαμβάνει ένα κτίριο με τρεις στάθμες. Οι δύο κατώτερες στάθμες αποτελούν το παλαιότερο τμήμα του κτιρίου, που ίσως να χρονολογείται στο 17ο ή στον πρώιμο 18ο αιώνα. Στην κατώτερη στάθμη βρίσκεται η θολωτή αποθήκη των σιτηρών, το «ωρείο» της μονής. Στη μεσαία στάθμη βρίσκεται η επίσης θολωτή τράπεζα των μοναχών, με τοιχογραφημένο τον ανατολικό της τοίχο και ένας βοηθητικός χώρος. Η ανώτατη στάθμη αποτελεί προσθήκη του τέλους του 18ου ή των αρχών του 19ου αιώνα. Η προσπέλασή της γινόταν μέσω ξύλινου, άλλοτε, εξώστη που εκτεινόταν κατά μήκος της ανατολικής πλευράς της. Η παλαιά, κατεστραμμένη στη δεκαετία του 1950, εσωτερική της διαρρύθμιση πρέπει να ήταν η τυπική του κύριου ορόφου κατοικίας των τσακώνικων σπιτιών. Στο νότιο τμήμα του ορόφου υπήρχε ο χώρος υποδοχής, ο «οντάς», με δύο ξύλινους εξώστες προς τα νότια και προς τα δυτικά, που δεν σώζονται πια. Το βόρειο άκρο κατελάμβανε η «γωνία», το χειμωνιάτικο δωμάτιο. Ανάμεσα στους δύο κύριους αυτούς χώρους υπήρξε η ξύλινη μεσάντρα που έκρυβε την είσοδο του πέτρινου προεξέχοντος προς δυσμάς αποχωρητηρίου. Το υπόλοιπο τμήμα της δυτικής πτέρυγας καταλαμβάνει το μαγειρείο της μονής, στη στάθμη της τράπεζας. Λείψανα τοιχοποϊιών και μιας στέγης αποδεικνύουν ότι προς τα δυτικά του μαγειρείου υπήρχε παλαιότερα ένα μικρό συνεχόμενο κτήριο, που καταστράφηκε σε άγνωστη εποχή.
Η βόρεια πτέρυγα της μονής αναπτύσσεται σε δύο στάθμες. Στο ισόγειο υπάρχουν τέσσερις μικροί και δύο μεγαλύτεροι θολωτοί αποθηκευτικοί χώροι. Στον όροφο υπάρχουν έξι κελλιά και δύο βοηθητικοί χώροι, από τους οποίους ο ένας έχει τη μορφή στενού διαδρόμου.
Κατά μήκος της νότιας πλευράς της άνω στάθμης εκτείνεται ξύλινο χαγιάτι, που φέρεται από μια σειρά εγκάρσιων κυρίως ημικυλινδρικών θόλων. Στη θέση ενός από τους θόλους έχει εκ των υστέρων διαμορφωθεί λίθινη κλίμακα ανόδου στον όροφο. Από τα διαθέσιμα ως τώρα στοιχεία φαίνεται ότι το ισόγειο της πτέρυγας, εκτός ίσως από τον ανατολικό του χώρο, ανήκει σε μια οικοδομική φάση που πιθανώς χρονολογείται στον 17ο αιώνα. Το ισόγειο αυτό κτίσμα περιελάμβανε τρεις θολωτούς χώρους. Σε μεταγενέστερη εποχή, μέσα στον 18ο πιθανώς αιώνα, προστέθηκε ο όροφος, ο οποίος ήταν αρχικά επίσης θολωτός και το χαγιάτι. Παράλληλα φαίνεται ότι οι δύο από τους τρεις χώρους του ισογείου χωρίστηκαν με εγκάρσιους τοίχους στα δύο. Δεν είναι βέβαιο αν στην ίδια εποχή χρονολογείται και η προς ανατολάς επιμήκυνση της πτέρυγας με την προσθήκη ενός ακόμη χώρου στο ισόγειο και στον όροφο. Υπάρχουν στοιχεία ότι η πτέρυγα επισκευάστηκε στον όψιμο 19ο αιώνα, οπότε ενδεχομένως η θολωτή κάλυψη του ορόφου αντικαταστάθηκε με την υπάρχουσα ξύλινη στέγη.
Η ανατολική πτέρυγα του συγκροτήματος, κτίσμα κατά πάσα πιθανότητα του όψιμου 18ου αιώνος, με επισκευές στον όψιμο 19ου αιώνα, αναπτύσσεται επίσης σε δύο στάθμες. Περιλαμβάνει στο ισόγειο δύο αλλοιωμένους σήμερα θολωτούς χώρους, από τους οποίους ο μεγαλύτερος χρησίμευε ως στάβλος. Στα δυτικά του εκτεινόταν θολωτή στοά, που κατέληγε σε ένα μικρό, επίσης θολωτό χώρο. Η διαρρύθμιση του ορόφου φαίνεται ότι αρχικά παρουσίαζε την τυπική διαρρύθμιση του κύριου ορόφου κατοικίας των σπιτιών, με ένα χειμωνιάτικο και ένα καλοκαιρινό χώρο διαμονής στα δύο άκρα του και ένα μικρό, αρχικά ίσως βοηθητικό ανάμεσά τους. Στοιχεία της διατάξεως αυτής είναι ακόμη εμφανή παρά τις σοβαρές αλλαγές του 19ου αιώνα. Στην εποχή αυτή χρονολογούνται τα τζάκια, τα ενδιαφέροντα ξύλινα ταβάνια και άλλα δευτερεύοντα στοιχεία των χώρων.
Ο τύπος του καθολικού της μονής Αγίου Νικολάου είναι ο λεγόμενος Αθωνικός τύπος. Μετά την τμηματική αφαίρεση των επιχρισμάτων (το μνημείο καλύπτεται με παχύ ασβεστοκονίαμα) διαπιστώθηκε ότι η τοιχοποιία είναι η απλή αργολιθοδομή με σχετικά παχείς αρμούς μεταξύ των λίθων. Η επίχριση δεν επιτρέπει την εκτίμηση της ναοδομίας, αλλά είναι φανερό ότι το μνημείο έχει κτιστεί με την επικρατούσα σε περιοχές οικονομικής στενότητας αργολιθοδομή ισχυρής κατασκευής, που όμως χαρακτηρίζεται από ογκώδη εμφάνιση.
Οι εσωτερικές διαστάσεις του ναού είναι περίπου 8,00 Χ 7,80μ. Είναι τρίκογχος και φέρει από μία κόγχη στο ιερό και στις μακρές πλευρές (οι γνωστοί χοροί του Αθωνικού τύπου). Οι κόγχες αυτές είναι πολύπλευρες εξωτερικά και εσωτερικά ημικυκλικές. Ο ναός φέρει υψηλό δωδεκάπλευρο τρούλο πάνω σε τετράπλευρη βάση. Στην κορυφή του δυτικού τοίχου του ναού υψώνεται ένα μεταγενέστερο καμπαναριό που έχει κτισθεί με λίθους και παρεμβαλλόμενες πλίνθους στους αρμούς.
Το εσωτερικό του καθολικού κοσμούν τοιχογραφίες των αδελφών Μόσχων του 1638, μαρμάρινο δάπεδο του 1734 και ξυλόγλυπτο τέμπλο από καρυδιά του όψιμου 19ουαιώνα, επί του οποίου έχουν τοποθετηθεί οι δεσποτικές εικόνες και ψηλότερα οι εικόνες του Δωδεκάορτου.
Το δάπεδο του Αγίου Νικολάου είναι στρωμένο με εγχώριες πλάκες, που στα πλάγια μέρη είναι ορθογώνιες, όπως επίσης και στο ιερό, ενώ του κέντρου είναι εξαγωνικές. Παρουσιάζει καλλιτεχνικό ενδιαφέρον, καθώς έχει διακοσμηθεί με διάφορες ανάγλυφες παραστάσεις φυτικών κοσμημάτων, μορφών και ζώων: λιοντάρι, ταύρος, φτερωτός δαίμονας, δικέφαλος αετός. Το πιο άρτιο τεχνικά είναι το μεσαίο ανάγλυφο, στη θέση του ομφάλιου, κάτω από τον θόλο. Μέσα σε ένα τετράγωνο σχήμα, πλαισιωμένη με γράμματα εικονίζεται στο κέντρο η παράσταση του δικέφαλου αετού και στις γύρω γωνίες τα σύμβολα των τεσσάρων ευαγγελιστών. Η επιγραφή που πλαισιώνει το τετράγωνο με το δικέφαλο αετό αναφέρει:



Α Ψ Λ Δ (=1734) ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΚΕ’ΚΑΤΕΣΡΩΘΗ ΤΟ/ΕΔΑΦΟC

ΤΗC ΑΓΙΑC ΜΟΝΗC ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ / ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΡΕΑΣ ΔΙΑ

ΕΞΟΔΟΥ ΤΟΥ ΠΑΝΟ/CΙΩΤΑΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΥ ΚΩC-

ΤΑΚΗ/Ο ΔΕ ΜΑΪCΤΩΡ ΚΩCΤΑC ΤΟΥ ΓΚΙΩΝΗ ΕΚ ΧΩΡΑΣ

ΠΡΑCΤΟΥ


Για την επίστρωση του δαπέδου ανέλαβε τη δαπάνη ο καθηγούμενος Λαυρέντιος Κωστάκης το 1734, ενώ εργάστηκε ο Πραστιώτης Κώστας του Γκιώνη, όπως μαρτυρεί η ανωτέρω επιγραφή. Εξάγωνο πλαίσιο περιβάλλει και τα ανάγλυφα που επί του εδάφους αντιστοιχούν στις κεραίες του εγγεγραμμένου σταυρού για να κοσμούν τα κέντρα των αψίδων. Εικονίζονται λέων, ταύρος, δικέφαλος αετός και πτερωτός δαίμων. Αυτά τα ανάγλυφα είναι δημιουργήματα λαϊκής εμπνεύσεως ντόπιων λιθοξόων και πιθανότατα ανήκουν στην ίδια περίοδο, δηλαδή στα μέσα του 18ου αιώνα.
Το καθολικό εσωτερικά είναι κατάγραφο από τοιχογραφίες και παρά τις φθορές που έχει υποστεί ο ναός λόγω πτώσεως των κονιαμάτων -ιδίως στην πρώτη εκ των κάτω οριζόντια ζώνη- αλλά και της καλύψεως με αιθάλη, σε μεγάλο μέρος διατηρεί το κάλλος της διακοσμήσής του.
Σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή, διαστάσεων: 0,40 x 0,74 μέτρων, εδώ εργάστηκε το 1638 ο Γεώργιος Μόσχος ο Ναυπλιεύς, που το έργο του διακρίνεται για την προσήλωσή του στη βυζαντινή παράδοση.
Ωστόσο, ο Φ. Κόντογλου αναφέρει ότι στις αγιογραφίες του ναού αυτού εργάστηκε το 1767 ο Κυριάκος Κουλιδάς, γνωστής οικογενείας τοιχογράφων του 18ου αιώνα. Μήπως πρόκειται για κάποια επισκευή της εργασίας του Μόσχου ή για κάποια συμπλήρωση; Δεν είναι δυνατό να αναγνωριστεί η αλλαγή της τεχνοτροπίας. Μέλη της οικογένειας Κανίκλη, που κατά τον Ν. Βέη ήταν από τις μεγαλύτερες της Τσακωνιάς, είναι δωρητές της αγιογράφησης. Οι τοιχογραφίες ιστορούνται σε οριζόντιες ζώνες ως τον θόλο. Δεν είναι όμως καλά διατηρημένες. Η Πλατυτέρα και οι παραστάσεις του τρούλου είναι μάλιστα σχεδόν κατεστραμμένες σήμερα από την υγρασία και τους καπνούς.
Για τον Άγιο Νικόλαο Καρυάς, μερικοί αναφέρουν την πιθανή ίδρυσή του από μοναχούς των Καρυών του Άθω. Σύμφωνα με παράδοση στον μοναχικό και τον λαϊκό κύκλο, μοναχοί από τις Καρυές του Αγίου Όρους ήρθαν στην Τσακωνιά για να σωθούν από τις επιδρομές των Αγαρηνών και ίδρυσαν το μοναστήρι πριν από τον 16ο αιώνα μεταφέροντας από εκεί την επωνυμία. Σε αυτήν την παράδοση συνηγορούν το όνομά του (Καρυάς), αλλά και η Αγιορείτικη μορφή που παρουσιάζει στο σύνολο των κτισμάτων του. Ωστόσο, δεν επαληθεύεται καμία σχέση ιστορική μεταξύ της μονής Καρυάς και της ομώνυμης του Αγίου Όρους.
Με Υπουργική Απόφαση του 1997 εγκρίθηκε η μελέτη και εκτέλεση εργασιών αποκατάστασης στην Ι.Μ. Αγίου Νικολάου Καρυάς. Οι εργασίες αποκατάστασης πραγματοποιήθηκαν υπό την εποπτεία της ΔΑΒΜΜ και της 5ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, ενώ το έργο εντάχθηκε στο Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης και εκτελέστηκε από την Τεχνική Υπηρεσία της Ιεράς Μητρόπολη Μαντινείας και Κυνουρίας
Ο Τυρός κράτησε το όνομά του από τον αρχαίο ομώνυμο οικισμό που υπήρξε στη θέση «Κάστρο» και σε κοντινή απόσταση είχε το ιερό του «Τυρίτα Απόλλωνα». Για να επισκεφτεί κανείς το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, που ήταν μετόχι της μονής Καρυάς, ανεβαίνει στον Άνω Τυρό. Μπροστά η παραλία του Τυρού, ο Αργολικός κόλπος και οι Σπέτσες, ενώ στο πίσω μέρος σαν κάστρα ορθώνονται οι κορυφές του Πάρνωνα. Ο Τερέ (=Τυρός) χωρίζεται σε τρεις συνοικίες: τον τάνου (πάνω) Τερέ, τα Κοτσινέϊκα, τον γιαλέ του Τερού. Πάνω σε λόφο προς Νότια, υψώνεται η ακρόπολη του αρχαίου Τυρού, με κυκλώπεια τείχη. Το 1875-80 ο Μ. Δέφνερ είχε επισημάνει διάφορα αντικείμενα τέχνης, τείχη με ογκόλιθους.
Με την ανακάλυψη το 1911 από τον Ρωμαίο και την ανασκαφή του ναού του Απόλλωνος στο Σιρνιάλι –μεταξύ Μέλανα και Τυρό- επιβεβαιώνεται ότι η ομώνυμη αρχαία λακωνική πόλη βρισκόταν στον χώρο του σημερινού Τυρού.
Στα βόρεια του Άνω Τυρού, μέσα σχεδόν στο χωριό, είναι κτισμένο ένα μικρό μοναστήρι, ο Άγιος Γεώργιος, με ένα παλιό μεγάλο πηγάδι έξω από το μετόχι και με τον περίβολο. Οι συνολικές του διαστάσεις είναι 30 x 30 μέτρα περίπου. Το καθολικό είναι μία βασιλική κεραμοσκέπαστη, με διαστάσεις 5,90 x 12,80 μέτρα μαζί με το Ιερό της, που εξέχει με ημιεξάγωνη κόγχη προς ανατολικά. Έχει μια θύρα εισόδου στη βόρεια πλευρά, που καλύπτεται με κεραμοσκεπές υπόστεγο. Ακριβώς επάνω, στην άκρη της στέγης, υψώνεται ένα κοντό, μονόλοβο καμπαναριό με χρονολογία: 1894.
Στο εσωτερικό του ναού, που άλλοτε θα ήταν θολοσκέπαστος, υπάρχει ένα ξύλινο τέμπλο, με μερικές ενδιαφέρουσες παλιές φορητές εικόνες της Παναγίας του Χριστού Μεγάλου Αρχιερέα, και των αγίων Ιωάννη Προδρόμου, Γεωργίου, Νικολάου, Γεωργίου με θαύματα. Στα βόρεια του ναού, υψώνεται ένα διώροφο κτήριο, με τα κελλιά επάνω και με θόλους κάτω που χρησίμευαν ως αποθήκες. Πιο ψηλά από το μετόχι βρίσκεται το ερειπωμένο του ελαιοτριβείο.









Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...