Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2014

Ἀγγλικοί ἰατρικοί ὅροι ἀπό τό Ἑλληνικό γλωσσικό χρυσωρυχεῖο

Του Κωνσταντίνου Ερρίπη, θεολόγου - Καρδιολόγου
- «diet» (ντάϊετ) = δίετ = δίαιτα
- «cream» (κρήιμ) = κρέμα
Ἀπό τήν λέξη «κράμα». Ἡ κρέμα εἶναι κράμα (μεῑγμα) διαφόρων οὐσιῶν
- «care» (κέϊρ) = φροντίζω, θεραπεύω
Ἀπό τό ρῆμα «κορέω» = φροντίζω
- «medicine» (μέντισιν) = ἡ ἰατρική καί medic (μέντικ) = ὁ ἰατρός
Ἀπό τό ρῆμα «μέδομαι» = σκέπτομαι, εἶμαι σοφός.
Οἱ πρῶτοι ιατροί ἀλλά καί ἀρκετοί ἀπό τούς μετάπειτα ἦταν ἄνθρωποι σοφοί

- «paramedic» (παραμέντικ) = νοσοκόμος
para – medic = παρά – medic = παρά τῶ ἰατρῶ = βοηθός τοῦ ἰατροῦ = νοσοκόμος

- «live» (λάϊβ) = ζῶ, ζωντανός
Ἀπό τήν λέξη «λιβάς» =ὑγρασία, τόπος μέ νερό. Ὅπου νερό ἐκεῖ καί ζωή.
«λιβάδι» = τόπος ἔνυδρος μέ φυτική ζωή. «λεμόνι» = φροῦτο γεμάτο ζουμί

- «liver» (λίβερ) = τό συκώτι. Τό ὄργανο τῆς ζωῆς.
Παλαιά πιστευόταν πώς τό κέντρο τῆς ζωῆς ἦταν τό συκώτι καί ὄχι ἡ καρδιά. Ἐξ οὗ καί: «μούκοψες τά ἥπατα» = μού κατάστρεψες τά συκώτια = μέ σκότωσες.

- «soul» (σόουλ) = ψυχή
Ἀπό τό «αἴολος» = ἀέρας.
Ἡ ψυχή ὡς ἀόρατος θεωρεῖτο εἶδος ἀνέμου, πνεῦμα

- «sex» (σέξ)
Ἀπό τήν λέξη «ἕξις» = σχέση, συναναστροφή, συνήθεια.






Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...